Χειμώνας ντύθηκα να με αναγνωρίσεις
Ήρθα να σου θυμίσω τις μεγάλες σου νύχτες,
τις μέρες σου τις σύντομες
να νοσταλγήσεις την ανάμνηση
που άλλοτε ολόλευκη στεκότανε
με πείσμα στο πλευρό σου
Ναι, γι΄αυτό ήρθα
Για ν΄αποσύρω απ΄τον καθρέφτη
τ΄ αποδεκατισμένα είδωλα
τις θρυψαλιασμένες φιγούρες που σπαράζουν
με φθόγγους άναρθρους,
με σιωπές κι ανείπωτα λόγια βλάσφημα
για τον χαμένο χρόνο
Τη θυγατέρα πένα σου
ζητώ ν΄ακολουθήσεις
Έλα μαζί μας
Ναι, πάλι θα ξαγρυπνήσουμε
ξανά θα ονειρευτούμε
Οι εποχές οι δύσκολες, το ξέρω δεν περάσανε
Γνωρίζεις όμως μάτια μου πως οι ποιητές
ανάμεσα στους δαίμονες γυρεύουν το θεό τους
κι όταν τον βρουν λυτρώνονται
τον παγετό, με δάκρυα τον σμιλεύουν
τότε είναι που ανθίζουν κάτι στιχάκια ολόγυμνα
και πυρπολούνε τον καιρό με νότες
Ακούς;
Πες μου, ακούς το βήμα της;
Άνοιξη πλησιάζει
Ακούς;
Αυτές είναι
Οι ανάσες που αναγεννούν
και συνθέτουνε ανθρώπων μελωδίες
Αυτές είναι
Οι ανάσες που στοίχειωσαν,
που μήνυμα φέρνουν απ΄το απροσδόκητο..
L.N.E
Μη με αφήσεις, κράτα με
Στα κύματα κατέθεσα
το τάμα μου για σένα
Μη με αρνηθείς,
νιώσε με
Στης προσευχής τον μέγα γνώμονα
δώρισα τ΄όνομά σου
Αργά σύρε τα βήματα,
χόρεψε με τη θάλασσα
έτσι θα τη δαμάσεις
Εσύ, ο υιός της ο ακριβοθώρητος
που ορίζεις με τέχνη την κόψη στο φτερό του καρχαρία
έτσι, που ρότα δίνει στον αφρό
για ν΄ανταμώσει του δελφινιού το ταίρι
καταμεσής του ωκεανού
στου απροσπέλαστου βυθού μου το στερέωμα..
Λες, να με αμφισβητήσουν τα όνειρα;
Λες, να με περιθάλψουν κάποτε
απόγονοι ευλαβικών ανθρώπων,
αυτοί που τους λοιδόρησα σαν μίλαγαν
τη γλώσσα της συνήθειας;
Λες, πως θα έρθει η αφορμή να ζυγιαστούνε οι πληγές
και να ομολογήσουν
πως σφάλμα μέγιστο επιτελούν πηλός και πνεύμα χώρια,
πως ταύτιση επιθυμεί η ύλη με τον λόγο
πως τα αμαρτωλά φεγγάρια δεν υμνούνται
μόνο παρακαθήμενα εντός σύμπαντος κόσμου
επιθυμούν συνένωση και τώρα αιωρούνται;
Αναίτια το αληθές
κρυφά απολογείται
για το εκατέρωθεν του μέρισμα
στα χείλη μου
στα χείλη σου
και στις οφθαλμαπάτες
μίας σοφίας παντελής
μίας θρησκείας πρίμας
που συμφωνίες εκτελεί
θείων ευκταίων λόγων..
και οι επίλογοι επιθυμούν να προλογίζονται πάραυτα
L.N.E
Θ΄ αντικαταστήσω
το δώσε με πάρε
το χωρίζω με το σμίγω
θα βάλω στη θέση σου, τη δική μου
στον εφιάλτη θα στάξω χρώματα,
θα φτιάξω ένα χωριό, μια κοινότητα
μαζί σου, μαζί του, μαζί της
πολύχρωμη θα είναι
θα τολμήσω να ψηφίσω ένα παιδί
θ΄ αφήσω τη θάλασσα ζωντανή
τ΄ ανδοδοχεία θα μείνουν αδειανά
και τα κανάρια λεύτερα
θα θυμηθώ να φτιάχνω ξανά
σαΐτες και καραβάκια από χαρτί
θ΄ ανοίξω κι άλλο βιβλίο
θ΄ ακουμπήσω σε μια άκρη το σταυρό μου
να μείνει η διδαχή
έπειτα, θα μοιράσω όλες τις κλωστές
απ΄τον παλιό μας κόμπο
Στοίχημα σου βάζω
πως θα το ζηλέψεις αυτό το καρουζέλ
θα έρθεις μαζί μας
θα μιλάς πια για το θεό μόνο με χαρά
θα σου έχει αφήσει το δικαίωμα
να μάθεις κι εσύ
δεν θα είναι αμαρτία
Τα χέρια μας θα υμνούν τον άνθρωπο
το φεγγάρι θα νιώσει την ανάγκη ν΄ ανθίσει
στη μελωδία που θα γράψεις, τίποτα δε θ΄ αλλάξω
θα μπω κι εγώ στη χορωδία μαζί με τους άλλους
θ΄ απαλύνει έτσι η παραφωνία μου
θα νιώθω υπερήφανη
θα νιώθω νέα
Ο πόλεμος θα παραμείνει άγνωστος
μια ανάμνηση της έβδομης τέχνης
να θυμίζει πως κάποτε
η φαντασία και η λογική δεν συμμαχούσαν
κι έτσι, η δουλειά θα έχει ολοκληρωθεί
Ο ήλιος θα έχει γυρίσει
πάντα υπάρχει Λόγος..
Καλές γιορτές!
L.N.E
Αδειάστε μου το χώρο
περι-πλανηθείτε αλλού
δίχως άλλοθι, δίχως εμένα
Αδειάστε μου το χώρο
μιας πιθαμής το έδαφος αφήστε μου
να συνωμοτήσω με τον ήλιο
με τη βροχή, με τον άνεμο
Nα αναρριχηθώ χωρίς προστάτες
να τυλιχτώ στη σάρκα μου
και να ριζώσω στης πηγής
το δροσερό το χώμα
Nα μην αφήσω έτερο ζιζάνιο
ν΄αναπτυχθεί στο φως
να μην αφήσω άρωμα
που έλκει πεταλούδες
Μόνο ένα χρώμα κόκκινο
τα μάτια σας να δουν
στη μνήμη σας εμπόδιο
το εξεγερμένο όνειρο
μονόδρομος θα ορθώνεται
για να σας δείχνει τις πληγές
σαθρά αποτυπώματα
που άφησαν τα χνάρια σας
Κι από τ΄αγκάθια σπόρων σας
του ύπνου το σεντόνι σας
ματοβαμμένο θα το βρουν
τρυπώντας το οι αλήθειες..
L.N.E
Σου μίλησα θαρρώ για εκείνη την εικόνα
με τα χιλιάδες κομμάτια
που κατάφερα να συναρμολογήσω
ακολουθώντας τις εσώκλειστες οδηγίες
Πήρε χρόνια και κόπο πολύ να την ολοκληρώσω
κι ύστερα ένα ντόμινο να την κάνω
να κουνήσω τη μια της άκρη και να τη διαλύσω
Χτίζω άλλη, από την αρχή σε σχέδιο ελεύθερο
Άκρα δε βάζω
Αντικαθιστώ τις γωνιές με καμπύλες
ένας κύκλος ομόκεντρος σχηματίζεται
μ΄ένα εγώ στο κέντρο
που όσο το πλησιάζω
τόσο απομακρύνεται
Η εξίσωση θ΄αποκαλύψει τη ρίζα
τις ακτίνες και το θεώρημα
μα δεν θα πάψει το βότσαλο που έριξα στη λίμνη
κύκλους να κάνει στο διηνεκές
έως ότου απελευθερώσει
ότι περισσότερο αγάπησα στον άνθρωπο
τον άγνωστο Χ
Αυτός που σκοτώσανε δεν ήταν ο γιος μουτο όπλο σημάδευε το μέλλον του κόσμου
βολή στην καρδιά των ονείρων η σφαίρα
με φλόγες πληρώνεται η επόμενη μέρα
Το λούκι το έφτιαξαν για όμβρια ύδατα
στους δρόμους όμως ανθίζουνε ποιήματα
αλήτες οι τοίχοι μιλάνε για ελπίδες
κι υφαίνουν τη νύχτα με άστρων αχτίδες
Για ύπνο με έβαλαν νωρίς οι αφέντες
με νάρκωσαν έξυπνα, με κούφιες κουβέντες
βολεύτηκα, σύρθηκα, μπήκα σε τάξη
τις άναρχες σκέψεις μου είχα ξεχάσει
Αντάμωσα στίχους και λέξεις φθαρμένες
τη δημοκρατία να φορά χειροπέδες
σαν ξύπνησα έντρομη στη χώρα του τώρα
ελλείψεις αντάμωσα στο φως και μια μπόρα
Στο στήθος ο πόνος, στα μάτια το δάκρυ
μα μέσα απ΄ αυτά ξεπηδούσε η ανάγκη
μαζί σου να έρθω, χωρίς αρχηγό
με δυο πολεμιέται καλύτερα αυτό το θεριό
Ζωή να κερδίσω, το λάθος να σβήσω
να μη τους πιστέψω πως είμαι απ΄ έξω
να τρέξω, να φτάσω, να πιάσω τη σφαίρα
αξίζει το μέλλον μας ηλιόλουστη μέρα..
L.N.E
Ω φεγγαρόλουστε ουρανέ
πηγή αναβλύζουσα θαλάσσιο ύδωρ
και φως ηφαιστειακών εξεγέρσεων
λάγνο σκίρτημα αδημονούντος πόθου
τρυφερή υφή θείου προστάγματος
μήτρα άστρων, κομητών
Ω μέγα τέκνο ασίγαστης αναρχίας
και ελεύθερου στοχασμού
απόγονε ακατάληπτων μύθων
και δημιουργικής φαντασίας
θαύμα θαυμάτων ανεξερεύνητο
Αντάμωσε με το εκμαγείο της ψυχής
και σμίλεψε άφθαρτους στίχους
απέθεσε αποθυμιές ερωτικής έγερσης
να αιωρούνται στο σύμπαν
και να σμίγουν ανθρώπων εργόχειρα και σιωπές
ως φιλί σάρκινο, στων αιώνων την απόσταση..
Ένα αρκουδάκι παλιό, λούτρινοστη ντουλάπα καταχωνιασμένο
είπα να το χαρίσω, χρήσιμο να φανεί
να πιάσει τόπο
Μόλις το άκουσες το ζήτησες
θα κοιμάμαι μαζί του, είπες
Το θέλω σου κράτησε όσο να βγω
Χριστούγεννα ήταν
Πέρασαν γιορτές, σχόλες
πέρασαν μήνες, χρόνια
Την ίδια σκηνή τη γυρίσαμε πολλές φορές
Είχες ταλέντο
Δεν έχασες ποτέ τα λόγια σου
Χριστούγεννα ξανά
Εσύ μεγάλωσες
Ένας μετανάστης ήρθε στη γειτονιά
Φοβόμουν τους ξένους
Είχε ένα μωρό ανήσυχο
Τον πλησίασα δειλά ομολογώ
Του έδωσα το παιχνίδι σου
Δε σε ρώτησα
Το μωρό ησύχασε
χαμογέλασε, άρχισε να παίζει
Είδες το κενό στη ντουλάπα σου
Άρχισες να κλαίς
Το έργο κατέβηκε..
Αν κάποια μέρα αφουγκραστείτε τη σιωπή
κι ακούσετε έναν ενήλικα να κλαίει
κι ένα μωρό να ξεκαρδίζεται στα γέλια,
πλησιάζουν Χριστούγεννα
Κατοικώ αλλού
μη με ψάχνεις σε φορεσιές εθνών
που ύφαναν τεχνοκράτες αργαλειοί
Κατοικώ εδώ
στον τελευταίο στίχο που άνθισε κόκκινος
Σπινθήρες λαβωμένων ενοίκων λαμβάνω για τροφή
συναθροίζω αραχνοΰφαντες υπογραφές ξωτικών
και υποβάλλω αιτήσεις στ΄ άστρα
Διερευνώ το άσαρκο
και μου αποκαλύπτεται πνοή ευγενικής καταγωγής
κι ένα δόρυ, πυγμής αντίβαρο
Δεν υπακούω στο σύνηθες αυτονόητο
Ματώνω της υποταγής το φερέφωνο
και τον αντιδραστήρα της σιωπής με σπόρους γεμίζω
διεκδικώντας συνεύρεση με το φως
Καταστρατηγώ τους κανόνες
υποθάλποντας τίμια το ανήθικο
Στο τέλος θα με βρεις
δίχως ταυτίσεις
δίχως έννοιες
δίχως νόμους
Κατοικώ εντός
στο βάθος του κήπου σου
L.N.E
Στο χέρι, πένα που στάζει πάντα μελάνι κόκκινο
Ένας αιμόφυρτος στίχος σε φωνή παθητική
με πληγές από νωπές κεντιές στο στήθος
Ποιας ηλιαχτίδας είσαι ο γιος;
Ποιας παλάμης είσαι η αστραπή;
Τις γραμμές σου γυρεύω να διαβάσω που τη μοίρα μου όρισαν..
L.N.E
κρύωσε η μοναξιά κι η φλόγα τρέμει
η αναβολή μου θέτει ερωτήσεις
και το δημόσιο ένας πληθωρικός νεκροθάλαμος
με κεριά και μυρωδιές που λιώνουν
αν της σιωπής το στόμα της το κλείσω
αυτός που διαρκώς με δείχνει θα στραφεί αλλού
κι εγώ θα βρω την έξοδο
που τώρα μου τη φράζει
αν πω πως σε γνωρίζω
τότε θα βγω απ΄τις σκιές
που μόνη ζωγραφίζω..
L.N.E
Θα ΄ρθει καιρός ν΄αλώσουμε το φράγμα των δακρύων
να εκπορθήσουμε τη μεσοτοιχία με πολιορκητικό κριό
να εμφανίσουμε σπουδαίο οικόπεδο, διαμπερές
ενώπιον του συμβολαιογράφου
Σχέδιο ανοικοδόμησης θα συσταθεί
με πρασιές και περιθώρια
που θα στεγάζει όνειρα πρωτογενή,
καθώς θα έχει αποβληθεί βίαια από το παρελθόν
το συμπαγές τσιμέντο που σφράγιζε τον κήπο μας
Τότε και οι μπαζωμένοι οχετοί θ΄αδυνατούν
σαθρά θεμέλια να ορίζουν..
Παραγράφοντας τις προσβολές του χθες
ακάλυπτος ο ορίζοντας θα εκδίδει άδειες
L.N.E
αν γνώριζα εξ΄αρχής
θα φρόντιζα να με εξαργυρώσω
σε κάποια γιάφκα ολίγων τετραγωνικών
περιτριγυρισμένη από αλλοδαπούς και άκληρους
από επαναστάτες
σ΄αυτούς που ανήκουν
L.N.E
Αφού λάφυρα δεν γυρεύετε
ελάτε σιγανά, με βήματα απαλά
ευπρόσδεκτοι εισέλθετε
εκ της θύρας των τειχών μου
κι εγώ θα σας φιλέψω
μια αγκαλιά κι ένα φιλί
ένα γλυκό τραγούδι
ένα χάδι για νανούρισμα
και χρώματα, μύρια χρώματα
απ
΄το ανέγγιχτο όνειρο της προσμονής
να σας συντροφεύουν στον πόλεμο της μοναξιάς
Έτσι έμαθα κι εγώ να ζω,
κατόπιν ιδιώτευσης με τη νύχτα
που άλλους θησαυρούς δεν έχει..
Δυο μοίρες το ορίζουνε το τέλος του θανάτου,
η προσμονή και τ΄όνειρο
Τίποτα δεν σχεδίασα
Όσους αναγραμματισμούς κι αν στοίχισα
το α δεν τοποθετήθηκε ποτέ στη θέση του
και το ω ακόμα επωάζεται
Όσο για τα υπόλοιπα γράμματα
συμπάσχουν μαζί μου
Αναρωτιέμαι αν στον επικήδειό μου
θα αναφερθεί το γεγονός
πως με τα ΚΕΦΑΛΑΙΑ
δεν απέκτησα ποτέ σχέσεις στ-οργής..
ΥΓ: Σ΄αγαπάω, ανεξάρτητα από τη σχέση μας
L.N.E
Και φτάσαμε εδώ
στην τελευταία στάση
στον προορισμό που εγκαταλείπει τη νύχτα
Και κατεβήκαμε στην ανατολή
συρθήκαμε, περπατήσαμε, τρέξαμε
Ακολουθήσαμε τον ήλιο στο παιχνίδι, στο σχολειό, στη δουλειά
στην οδύνη, στη χαρά, στη μοναξιά
Ανακαλύψαμε τη φλόγα
Τον ζωγραφίσαμε καταμεσής τ΄ουρανού,
πίσω απ΄τα σύννεφα
Τον είδαμε να βασιλεύει
να πυρώνει τη θάλασσα, να πυρακτώνει τον άνεμο
Τον κρύψαμε πίσω απ΄το φεγγάρι
και γεννήθηκε η έκλειψη, η έλλειψη,
Τα μάτια κλείσαμε να μη φανεί το άτοπο
κι όταν παραδεχτήκαμε το μέγα σφάλμα
φως γίναμε κι ενωθήκαμε μαζί του
κι αυτός μεγάλωσε, θέριεψε, έλαμψε
κι έκαψε το απόστημα της αμαρτίας μας
χαράζοντας στο πρόσωπό μας
ένα κοίλο χαμόγελο..
με ταβάνι γαλάζιο
με πίνακες δυο όνειρα με την υπογραφή σου
με λίγους στίχους στο ποτήρι να μεθάμε
θα εισπνέω, θα ζεις
θα εκπνέεις, θα πεθαίνω..
με συνεπαίρνει η φωνή της Βαβέλ,
η πανσπερμία των κρυφών νοημάτων
ακριβά κοστίζουν
Έδρες λείες οι μνήμες, με σιωπές τις τροχίζω
Οι δεσμοί με το φως ικετεύουν
αραχναίες φιγούρες να εκλείψουν
τις σκιές μου, με χρώμα να ντύσουν
Ιχνηλάτες οι λέξεις
το σκοτάδι πλανεύουν
και το σχήμα του σβήνουν
ΥΓ: Κάποιοι στίχοι δεν έχουν εξημερωθεί ακόμα
κανέναν όμως δεν κατέδειξα ως ψευδομάρτυρα
L.N.E
Στων αισθήσεων το λήθαργο αφέθηκα
όξος και ύδωρ η προσφορά
η μέθη μιας απαράβατης και ύστερης ανασαιμιάς
ανταμοιβή μου
Να λυτρωθώ γύρεψα,
να δια-σταυρωθώ με μένα
Στον απέναντι λόφο
ξαγρυπνούσαν τα σύννεφα τον ήλιο να κρύψουν
σαν η εντολή θα έπεφτε απ΄τον ουρανό
μη κι από άλογη χρήση, από σπατάλη υλικών
το ανάθεμα των στραβών καρφιών
-που βαθιά εισχωρούσαν στο σώμα μου-
κρατούσε το φως αναμμένο
Απομακρύνθηκε βίαια το πέλαγος
απέστρεψε το βλέμμα του απ΄τον ορίζοντα
που μάτωνε ένοχος προδοσίας χρωμάτων
για τη σοφή μαρτυρία
δώδεκα αλιειών, θηρευτών της αγάπης..
Αναγνωρίζω τα συμ-πτώματα
πλησιάζει η ώρα της απόφασης
ανώτατο δικαστήριο σε πλήρη απο-σύνθεση
δοκιμάζει το χρόνο μου
Κοιτώ λοξά, χαμογελώ
Νιώθω σου λέω
Εκτέλεση καθήκοντος
ψευδ-αίσθηση η διαύγεια
Μέτρα τις παύλες στο καρδιογράφημα
και μετά έλα και πες μου
για ποιον θάνατο μιλάς
Επιστρέφω το άδικο
δεν θέλω άπειρες οφειλές
οι εκδορές επουλώθηκαν
το διαμπερές, ανέπαφο
κι ο τύπος των ήλων
επί της ανίχνευσης, άσκοπα επιμένει
ένα εγώ ο κόσμος σου
το εγώ μου περισσεύει
Πάψε σου λέω
και γύρνα αλλού το βλέμμα σου
μακριά από τη σώφρονα ανατολή
αυτή πάει, έσβησε
έδυσε φλεγόμενη
απ΄την κατάρα των τρελλών,
των άσπονδων φίλων μου
Κατέληξα
L.N.E
Αυτός ο κύκλος -το μηδενικό μου
έσπασε κι έγινε κάτι
Μια έγχρωμη ευθεία που τέμνει το άπειρο
Χάθηκαν οι ακτίνες, το κέντρο διασπάστηκε
κι αυτές ακόμα οι άμοιρες μοίρες μου, έπαψαν
Μία μόνη χορδή ενός τόξου απέμεινα
που κανείς δεν θα της αναγνωρίσει σημείο αρχής
που κανείς δεν θ΄ακούσει τον ήχο του τέλους της
Εκ διαμέτρου αντίθετες οι άκρες μου
και η πορεία ατελής ακόμα
έναν κυρτό κόσμο να διασχίζει..
L.N.E
που ο ήλιος μένει ακίνητος
εγώ μόνο σαν τρελή
γυρνώ γύρω απ΄αυτόν και ψάχνω
μια ζωή ψάχνω
Έλα,
με τρόπο απαλό
έλα και σύρε με ως εκεί
όπου ο ουρανός ανοίγει
και πιο γαλανός, πιο ελαφρύς
τον ύπνο αγκαλιάζει
Μια σταλαγματιά μόνο
στάξε μου γι΄απάντηση
και μη μου τάζεις άλλο
πάρε με μόνο
Πάρε με εκεί όπου αντέχουν τα όνειρα
και δεν βιάζονται να με ξυπνήσουν
πάρε με εκεί που οι ποιητές τα μάγια λύνουν
γιατί νύχτα δεν ντύθηκα ποτέ,
ήμουν..
L.N.E
ένα νεκροταφείο
Μέρα και νύχτα συνομιλώ με τους νεκρούς
και με τους παρόντες συνοδούς τους
Κι αυτοί οι τελευταίοι ζητούν από τον χρόνο μου
σαν δεν αρκεί ο δικός τους
Αυτό το κτήμα, κτήμα μου
σπαρμένο με σταυρούς κι ονόματα
Βρέφη, νιοι και γηραιοί σφαδάζουν απ΄τον εγκλεισμό
πώς να τους λευτερώσω;
Σε κάθε εκταφή επιστέφουν θύμησες
μα γέλια δεν ακούω
βαθειά ταφή γίνεται εδώ
Τα μάρμαρα στολίζουν την επιφάνεια
από κάτω μύριες ζωές δουλεύουν
επιμένουν για αποσύνθεση
Βαραίνουν φόροι τη γη που μου δόθηκε
μια αλλαγή σποράς
θα την αξιοποιούσε
Φρικτό το θέαμα
φρικτό σαν την αλήθεια
που κουφάρι αναλλοίωτο παραμένει
δίχως αερισμό
σε βάθος νόμιμο, με στεγανά και μόνωση
Τα νύχια μου γέμισαν με οργανική ουσία
η σάρκα σου μάτωσε
Φλερτάρεις μαζί μου
Αγρίμι μεγάλωσα σ΄αυτόν τον τόπο
γυρεύεις να ημερέψεις το ατίθασο με λόγο
κι η σιωπή θυμώνει
Η γαλήνη δεν κάνει επίσκεψη συχνά
η ησυχία, ναι
έρχεται που και που και στήνει μπλόφες
τα πτώματα όμως σε φορμόλη βουτηγμένα
αρνούνται τη σήψη
Αιωνία τους η μνήμη
Σάμπως και θα βγουν αλλιώς οι αιώνες;
Δίχως θύμησες;
σε συμπεριλαμβάνω τους δορυφόρους μου
με συλλαβές νοώ τη σύλληψη
το εύρος της διάνοιας στον ήχο αφήνω
και στο κενό της μάζας που συσσωρεύτηκε εντός μου
παρατηρώ την πλάνη του οφθαλμού
την απόσταση καταγράφω του χωροχρόνου μου
κι έρχεσαι
εθελοντής σε διατεταγμένη υπηρεσία
αντίφαση ο κανόνας σου
διασπείρω στο φως κουκίδες σκότους
πλάθω τη νύχτα
κι έρχεσαι
τολμάς να εμφανίσεις άστρα
φεγγάρια, γαλαξίες
σβήνω
ένα ένα τα σημάδια σου
αναγεννιέσαι σύμπαν άναρχο
ανόμοιο
εξαρτημένο
από την ενέργεια του σώματός μου
από την τροφή της συνείδησης
που διαπλάστηκε εν αγνοία της σοφίας μου..
κι ανέτοιμοι βρεθήκαμε να ψάχνουμε σκιές
τώρα που ξεχρεώνουμε την πλάνη μας με χρώμα
κι αλλάζουμε τα όνειρα σαν να ΄ταν εποχές
Τώρα που αντήλιο ψάχνουμε και μιας νυχτιάς φεγγάρι
για τις παραμυθένιες μας να κρύψουν ενοχές
ίσως κατηγορήσουμε του χρόνου το αστάρι
που πέρασε τα νιάτα μας και μόνωσε σκουριές
Πώς ν΄αρνηθούμε τους ιστούς που αρπάζουν τους λυγμούς μας
και τους απλώνουν σ΄ουρανό με δίχως αστραπές
φούμο οι σωσίες καρτερούν να πνίξουν τους καρπούς μας
θερίσματα του κόπου μας βαθιές πληγές του χθες..
L.N.E
που πήγαιναν για τον επιούσιο
γνώριζε λίγες προσευχές
τα βαγγέλια δεν τα κατανοούσε
γνώριζε πιότερο από στοργή
Ένιωθε ευγνωμοσύνη
με προσοχή του κόσμου τα θεμέλια
Με μια τούφα που λεύκανε
κι ένα χαμόγελο αγιοσύνης
ξεπροβόδισε τα χρώματα
Ούτε τ΄αναγνωστικό της
μισοφαγωμένο το βρήκαμε, εμείς οι κληρονόμοι
και δεν καταδεχτήκαμε να το αποτελειώσουμε ποτέ
Το χνούδι απ΄τις παντόφλες της
το άρωμα απ΄το γιασεμί
και τη θαλασσιά της χάντρα, αυτά κράτησα εγώ
Το ξένο το εργόχειρο δεν το άντεξε το σώμα της
δε δέχτηκε ποτέ ανταμοιβή
εξόν από ένα φλιτζάνι καφέ κι ένα πακέτο άσσο
Μ΄ένα μικρό παράπονο στα καστανά της μάτια
μ΄ένα βελούδινο ταγιέρ, επίσημη να είναι
άφησε τον χειμώνα πίσω της
Την είδα
να κουβεντιάζει με το φως
κι ελαφριά να είναι
την είδα να βαφτίζεται μ΄ένα καινούριο όνομα
και να παραφυλάει
μη τύχει και περάσουνε την ανηφόρα κι άλλοι
μη τύχει και συναντηθούν οι ευφυείς ζητιάνοι
με των παιδιών της τα παιδιά
εμπόδιο να βάλει
αυτό μου μονολόγησε κρυφά πριν από λίγο
γι΄αυτό σου έφυγα νωρίς..
Γιώργος Καλοζώης
L.N.E
Δίχως άδεια έγδυσα το εκμαγείο μας
Νύχτα ήταν
Μια μπαζωμένη βάση
Μάτια φύτρωναν
στα υλικά κατεδαφίσεως
από την υγρασία του ασθενή
Νεκροί, γυρίνοι κι ερπετά,
μια φυσαρμόνικα χλωμή
που το λυγμό φοβόταν
και δυο τελάρα σύννεφα
για ν΄αγρυπνούν το νόμο
Αυθαίρετο αναστήθηκε
Τα σχέδια εξαίσια
Χτίστηκαν δυο αδέλφια
Κάγκελα γίναν στα παράθυρα
και στο πηγάδι θειάφι
Κισσός, να πνίγει το θεριό
φως να μην ανατέλλει
Στοργή δεν στάζει πουθενά
μονώθηκαν οι ελπίδες μας
και τα θεμέλια σαθρά
το πάτωμα το μάσησαν
τερμίτες χορτοφάγοι
Ρίζα πλατιά,
ρωγμές φθηνές,
ταβάνι η αλήθεια
καπνός στριφτός
σκαρφάλωνε τους τοίχους μας
Με προκοπή καλούπωνε το όνειρο
του κύκλωπα η συνήθεια..
αφιερωμένο στην αδελφή μου,
τη γνήσια
L.N.E
L.N.E
Μίλα μου, όταν σωπαίνω ακούω
απορρόφησε τη σάρκα που κόλλησε
που έγινε συμπαγής με σένα
δώσε μου τροφή
και μια θάλασσα να πιω
να βυθιστώ πιο κάτω
και μεθυσμένη να διαβώ
τον βράχο που με κλείνει
δώσε μου και πάρε μου
αρχίζω να ομοιώνομαι,
να μοιάζω
Αν με αγάπησες,
μάθε με
αν μ΄αγαπάς,
λησμόνησε
μα αν είσαι εσύ αυτός
ο δίκοπος σταυρός μου
Ίσως προσβάλλω τον ουρανό
και το φως το σβήσω απόψε
θα κοιμηθώ νωρίς
κουράστηκα αγάπη μου
το κοχύλι μου μικρό
και το σμάλτο περίσσιο
η απόσταση μεγάλη
με διέλυσε η έκρηξη
και πως ξανά να ενωθώ
Έλα μου,
όνειρο είσαι
και θα σε διασχίσω..
L.N.E
Τι κι αν η μνήμη τσαλακώθηκε
το πέτο μοσχομύριζε ακόμα αγιόκλημα και γιασεμί
σαπουνισμένο μ΄ένα μωβ δειλινό που άνθιζε στο κήπο
Μια κούνια δεμένη στη συκιά
κι αμέτρητες νεκρές αχιβάδες
που ξοδεύτηκαν για να ντύσουν τη στέρνα
τόπο να πιάσει στη στεριά η αλμύρα απ΄τα όστρακα
και το φεγγάρι να κατέβει χαμηλά
να το πατούν τα πέλματα, να φλέγονται, να λιώνουν
Δεν ορίστηκε το παιχνίδι δίκαια
οι ζαβολιές επικράτησαν έως ότου μια ομάδα φοιτητών
εκεί γύρω στα δεκάξι μου αποφάσισε νωρίτερα για μένα
καταργήθηκε μαζί με το πολυτονικό
τότε, στα δεκάξι μου
Ασθένεια των σπλάχνων μου ο τρόμος
κι αυτή η δόλια αξιοπρέπεια να καταρρέει αφειδώς
συντροφεύοντας μια κλίση ανενεργή
που κόχλαζε στα έγκατα και κοίταζε τον ουρανό
απ΄τις κλειστές μου γρίλιες
Τότε, στα δεκάξι μου
που ο κόσμος έπαψε να είναι δικός μου
και γέλασα
και γελάστηκα
κι άρχισα να αντιγράφω το καθώς και το πρέπει
και το χάος μου να το βάζω σε τροχιά
ανέτοιμο
ένα πρόωρο χάος που στη θερμοκοιτίδα μπήκε
κι αναστήθηκε από θηλές που μάτωναν
Ούρλιαζε τότε το όνειρο
και το σώμα βογκούσε ακατάπαυστα
Απουσία
τότε στα δεκάξι μου
και τα ποσοστά αστεία
ένα τοις εκατό η περίπτωση λάθους
εκεί σκάλωσα
στην εξαίρεση
Σήμερα
τον κανόνα επιβεβαίωσα
θυμήθηκα
την κατάθεση δάφνινου στεφανιού στο μαρμαρένιο ηρώο
τις κορδέλες που ζωγράφιζα με στίγματα λιγόλογα
κι έλεγαν για τη μελαγχολία της αμφισβήτησης,
για τα κενά του ενεστώτα,
για την κραυγή της μάνας μου
μέσα στην ερημιά μου
Κάπου εκεί,
γύρω στα δεκάξι μου..
L.N.E
- θέτω της γνώσης το φέρετρο ασπίδα
κι από τη σύριγγα του πόνου τραβώ αέρα ενέσιμο
αναπνοή να πάρω -
κι απόψε έφυγα
μακριά από βρόχια διάφανα
από παγίδες κι οδοφράγματα στημένα
κι απόψε αφέθηκα
στο σημείο επαφής
ύπνου και θανάτου
στην άσαρκη ηδονή
συνουσίας ευμενών ποιητών
και λάγνων λέξεων
απόψε σιώπησα
κι άστραψε φως ισχυρό
βεγγαλικό συναίσθημα αυτογνωσίας
απόψε
έζησα το χθες
που χρόνια νοσταλγούσα..
L.N.E
Μια στιγμή θα κρατήσω άγρυπνη
Παραπέτασμα ρίχνουν οι δαίμονες
σπόρους άγριας άνοιξης που φράζουν τη πύλη
Της κουρτίνας το στρίφωμα
προσπαθώ να ξηλώσω
Εκεί φυλακίζουν το φως
οι αδέσποτοι κάτοχοι σιωπηρών μυστικών
που λευκό τον χειμώνα τον ντύνουν
Παρατείνω τον χρόνο
κι άφεση δίνω στα χρώματα
Ανάσαινε
Τη νηνεμία δες που ακολουθεί
και τις σταγόνες της βροχής
που βιάζονται να νοτίσουν το χώμα
για ν΄ανθίσουν ξανά κερασιές
στον αθώο παράδεισο..
L.N.Ε
Στον έρωτα η καλύτερη του ενός είναι η χειρότερη του άλλου.
Εγώ αυτήν την τάξη δεν πρόκειται ποτέ να την περάσω.
Γι' αυτό, σκασιαρχείο καλύτερα.
Εμένα κάνε με κύκλο ομόκεντρο, να νιώθω τη συγγένεια.
Και τότε η καλύτερή σου είναι η καλύτερή μου.
Αλλά ομόκεντρο.
Αλλιώς ζηλεύω.
Κι όταν ζηλεύω γίνομαι έξυπνη.
Και όταν γίνομαι έξυπνη, τα καταστρέφω όλα.
Χάριν του κίβδηλου ενστίκτου που αφορά τους χαμηλούς.
Και που το λένε αυτοσυντήρηση.
Και που δεν με αφορά»
Μαλβίνα
Ένα κουβάρι όνειρα και μια στάμπα κουβαλώπώς να κεντήσω τον καμβά που δεν χωρούν οι κόμποι;
Μα εκείνο,
το πρώτο της ζωής μου εργόχειρο
που άφησα ατελείωτο,
ζητά απολογία
Ήταν του λέω η κλωστή λειψή,
κι η θάλασσα ανύπαρκτη
Κόκκινη η στέγη σου και το ποτάμι κίτρινο
κι εγώ τη σταυροβελονιά τη δώρισα σε χέρια ξένα
Έτσι αποτελειώθηκες,
σ΄ένα ψυχιατρείο
και δεν εκτέθηκες ποτέ
L.N.E
Είδες ποτέ αμοντάριστες εικόνες σε δημόσιο ουρανό
πως διαρρέουν;
Κόπιασες ποτέ σε τραπέζι φτωχικό να γευτείς
ατόφιο δάκρυ;
Βούτηξες την ψίχα σου στις γουλιές της θάλασσας
που έσταξαν βλέφαρα κλειστά,
που άνοιξη δεν μύρισαν ποτέ τους;
Για ποια στιγμή απ΄όλες να μιλήσω
που ακόμα δεν τόλμησα να εκραγώ
Που ρήμαξα σε μια αναζήτηση
ψάχνοντας το αδύναμο να βρω,
να το κουρδίσω
Ανέπνευσα τη μέθη που αναδύουν τα χρώματα
αυτό το άρωμα που ο ήλιος καταράστηκε
κι από τότε ζαλίζομαι
Παιδί μου αόριστο πλησίασε
Μάθε με να θυμάμαι το ανέμελο
να λησμονώ τον θάνατο
να φτιάχνω κάστρα από όνειρα
κι ύστερα έλα,
έλα να τα γκρεμίσεις
Εσύ,
που γυμνό αφέθηκες
και τρέμεις σαν νυχτώνει..
L.N.E
http://anticlockwisetornadoes.blogspot.com/
μια δημιουργία της
Σε αναζητώ στην προσευχή της ανατολής
όταν ξεσπά στη θάλασσα
κι απλώνεται σαν τέχνη αφηρημένη
Στη σιωπή του ουρανού
που φως, εφάμιλλο της πυράς των βάτων
ξεχύνεται στων κυμάτων το αντίκρυ,
μεταφέροντας γόους
στο άσπιλο όστρακο του καλοκαιριού μου
Στις ιαχές της νύχτας που αλώνετε γυμνή
από λεπίδες αστεριών κι ατίθασα φεγγάρια
σαν ξεπροβάλουν απ΄ το πουθενά
γυρεύοντας το κάτι
Σε αναζητώ σε μια αλλοπρόσαλλη πέτρα
που γεννά το άσαρκο
και στο διαμπερές του ορίζοντα
που στροβιλίζει χρώματα
πλάθοντας στιχο-τόπια
Σε συναντώ σε θροΐσματα αποχαιρετισμού
κιτρινισμένων φύλλων
που κολυμπούν τον ποταμό και φεύγουν,
μέσα σ΄εκείνους τους νεκρούς κορμούς
που ανθίζουν το καινούριο
Σκιρτήματα αφήνω να διασταλούν
στους οφθαλμούς εντός μου
απομακρύνω τον αφρό
κι ένα απόσταγμα αλμυρό στάζω αργά
ποθώντας να ενδυθώ ξανά
το πήλινο σαρκίο σου
Σε προσπερνώ μα πάντα επανέρχομαι..
L.N.E
Θέλω να επιστρέψω στο χάος
αρνούμαι τη διχοτόμηση
η αρμονία με συν-θλίβει
δεν θέλω δικαιοσύνη
δεν αντέχω το ήμισυ
Μισώ τις ζυγαριές ακριβείας,
τα χρονόμετρα ακριβείας,
τα αποσμητικά και τους ακρωτηριασμένους νόμους
κι αυτή η τέλεια συνομωσία του σύμπαντος,
βαρετή κατάντησε
Λατρεύω την απρόσμενη βροχή,
τις αλκυονίδες όταν μετακινούνται άξαφνα
χωρίς να ειδοποιήσουν τον μετεωρολογικό σταθμό
δεν εύχομαι στα νεκρά άστρα,
στη πτώση δεν ονειρεύομαι
δεν με συγκινεί η σικέ φωτογραφία της σελήνης
οι ανφάς και οι προφίλ πόζες του όμικρον
δεν με αγγίζουν
Μα αν έρθεις εσύ και σταθείς μπρος στα μάτια μου
κάνεις μια στροφή επιδεικτική και σφαίρα γίνεις
σημαδέψεις το κορμί και το διαπεράσεις,
θα φύγω αλλιώς,
πυρπολημένη στο στήθος από φεγγάρι τρισδιάστατο..
ΥΓ: Κοίτα να δεις παράνοια
Ήθελα μια αγκαλιά τόσο σφιχτή
που να με πνίγει,
ένα χάδι τόσο τρυφερό
που να με λιώνει
μία μόνο κουβέντα
που να νοιάζεται..
L.N.E
Θα έρθει καιρός που θα σβήσουν τα φανάρια από την υγρασία
κι οι διαβάσεις στις μασχάλες μου
γεμάτες θα είναι από ποσειδώνιους ανθούς
ίσως γλιστρώ, να προσέχεις
Θα έρθει η ώρα εκείνη - η ακατάλληλη ώρα
που θα προβληθούν εμπρός μου
ρετάλια αισθήσεων ανέγγιχτα,
όπως εκείνα τα δειλινά
που δεν σε γνώριζα
κι ασέληνα νύχτωνε
Θ΄ ακουστούν πολλά,
τα σημαντικά θα τ΄αποσιωπήσουν
Βλέπεις, οι δικοί μου άνθρωποι δεν μιλούν,
δεν αγκαλιάζονται, δεν φιλιούνται
δεν δακρύζουν και δεν γελούν σε δημόσιο χώρο
Πάσχουν από τη σιωπή του αυθόρμητου
Δεν θα βγει ποτέ απ΄τα χείλη τους
η κραυγή της απόγνωσης, μήτε της χαράς
Δειλά μεγάλωσαν, ντροπαλά, μη τους παρεξηγήσεις
Θα με συμπεριλάβουν σε μια περίληψη αναμνήσεων
ως ένα πλάσμα αλλόκοτο, οικείο μα συνάμα απρόσιτο
Κάποιος ευνουχισμένος ναυτικός
θα βλαστημήσει τη θάλασσα που με κοίμισε
καθώς εκείνη την ώρα, τρισάγιο θα ψέλνουν οι γλάροι
σε μια βραχονησίδα μακριά απ' το σώμα μου
Εσύ, τα λευκά σου να φοράς, να λάμπεις
Να συνεχίζεις να με ραίνεις
με νερό αλμυρό όσο θ΄απομακρύνεσαι
αλλιώς, στεγνό κι ανάλατο θα είναι το τέλος μου..
L.N.E
εξοστρακίστηκα στο ενοικιαζόμενο χώμα ενός καταυλισμού
μ΄ερπετά κι αγρίμια που εξελίσσονταν
τρώγοντας το ένα το άλλο
Η επιβίωση, λόγος ανύπαρκτος
Η εξουσία της ψυχής του όχλου
από τον τρελό κυρίαρχο έδινε κι έπαιρνε
Η κραυγή μου διέγραφε τον μέλλοντα πόνο
από τη χορήγηση ενδοφλεβίως,
πολλαπλών δόσεων ενδορφίνης που θ΄ακολουθούσαν
Πως τα κατάφερα τελικά και διέσχισα στη σκιά τόσα έτη φωτός
και γιατί το ταξίδι αυτό με οδήγησε σε μέρη
που το ηφαίστειο κόχλαζε ακόμα;
Με την απορία να διαγράφει τροχιά
στο αχανές της ανάσας μου,
άρχισα να κατασκευάζω
οάσεις μοναξιάς
Κι όμως, ο πόλεμος προμηνύονταν
κι ο εχθρός
επιθυμούσε να κατακτήσει το φευγιό μου
Χρονόμετρο εποχής ρετρό,
μια πυξίδα απομαγνητισμένη
κέρματα με κεφαλές κομμένες στο πιάτο μου
ένας υπνόσακος μεταχειρισμένος κι ένα ζευγάρι καλτσοδέτες
-θήκη για τον επιχρυσωμένο μου σουγιά-
αυτά μάζεψα και τα φύλαγα ως κόρη οφθαλμού παρθένα
Άνοιξα έναν λάκκο στη γη
κι άρχισα να τρέφομαι με ρίζες και σκουλήκια
που κυοφορούσαν την γεύση μου
Έμαθα, πως τη νύχτα κατασκευάζονται οι φόβοι
πως ο ήλιος όταν γυρίζει την πλάτη του σε μένα
και μου στέλνει εκείνο το πλανόδιο φεγγάρι για να με ξελογιάσει,
με άλλη πλαγιάζει
Μη κάνεις ερωτήσεις
Η πλάνη του σύμπαντος
δεν ισορροπεί στα δάχτυλά μου
Τραμπαλίζεται από το βάρος
ενός παρείσακτου σώματος με ροκ ανταύγειες
που δεν εξαργύρωσε ποτέ πρόθυμα
και για τρία μόνο τάλαντα
το χαμόγελό του..
για Εκείνη..
L.N.E
Γέμισε τη θάλασσα πνοές απ΄ την υγρή σου ανάσα
ακόρεστη είν΄η δίψα της, θα στην απορροφήσει
Μην ενοχλείς τα κύματα, μη κλέβεις το αλάτι
νοιάσου μόνο για τη ζωή
που τρόμαξαν στον ύπνο της μία νυχτιά ασέληνη
και κρύφτηκε για να σωθεί στης άμμου το κρεβάτι
Παραμονεύει τη στιγμή
που παύουνε τα σύννεφα να αυτοπυρπολούνται
-τότε ακίνδυνα μπορεί να βγει, να εκτεθεί στον ήλιο-
φανερωμένοι θησαυροί, οι ζωές που αγαπιούνται
Στείλε στα βράχια την οργή για να την τιθασεύσουν
με τη συγνώμη της αυγής, ψυχή να σου γιατρέψουν
Άφησε στην ακρογιαλιά σώματα με παράπονα
γυμνά, για να λιαστούνε
πλοία που δεν κινδύνεψαν από κουρσάρους πειρατές,
άδεια είχαν τ΄αμπάρια τους
δεν τα κατάφεραν ποτέ να λεηλατηθούνε..
***
Οι διακοπές, αδιάκοπες να είναι για όλους μας
γεμάτες με φως, ουρανό και θάλασσα..
L.N.E
Όρκο σιωπής δεν κάνω
αφού δεν είμαι αρτιμελής
Ένα τεμάχιο είμαι ευνουχισμένης ενέργειας
ενδεδυμένο με μια μαραμένη ντροπή
Προσπαθώ να βγάλω απ΄το σαρκίο μου
αγκάθια στριμωγμένα
να βρω το φύλλο της Εδέμ και να το επιστρέψω
ξανά σ΄εκείνη τη συκιά που μάτωσα άθελα μου
Τότε, που οι άνθρωποι
έπλαθαν ακόμα τους θεούς
κατά ομοίωσιν τους..
L.N.E
Β΄
Προσάπτετε σε μένα κακοποίηση
αποπλάνηση και ιδιοτέλεια
Θα σας αντιστρέψω τα δεδομένα
θα κάνω απλά και μόνο μία κίνηση
θα σας εμφανίσω τον καθρέφτη
Αυτόν που κοιτάτε κρυφά
όταν θέλετε να δείξετε τη φιλαρέσκειά σας
Έχω εντοπίσει από καιρό καλλωπισμένα είδωλα
και τα αναγνωρίζω
Αφορμή γύρεψα τον λόγο σας
Δεν μου τον δώσατε
Ότι προαιρείστε, είπα
Σιωπή πήρα
Καθίστε λοιπόν αναπαυτικά
Σερβίρω γνήσιο αλκοόλ
το συνοδεύω με καρπούς φρεσκοκομμένους
Η ξενάγηση αρχίζει
Κατακερματίζω το παζλ
Χρόνο έχετε;
Εγώ γνωρίζω τον τρόπο να το ξαναφτιάξω
Εσείς;
Γελώ ειρωνικά
Δεν σαρκάζω, σαρκάζομαι
Δικαιολογώ το ράπισμα
με την ηδονή του πόνου,
της μάθησης το οδυνηρό αντίτιμο
Σας προκαλώ να με δημιουργήσετε ξανά
εσείς οι πρωτόπλαστοι,
οι καταδικασμένοι στο αιώνιο σκότος
εσείς που τολμήσατε να γευτείτε
τον καρπό από το δέντρο της γνώσης
Που μεταβιβάσατε στα δαιμόνια
τους τίτλους ιδιοκτησίας της αμαρτίας σας
και κυριεύουν γενεές και γενεές εμβρύων αρχαγγέλων
Σας προσκαλώ στο σπίτι μου
Στρώνω για σας μια κουρελού και σας καλωσορίζω..
Σιμώνει ο ήχος
δυναμώνει το σάλπισμα
Ο άγγελος πλησιάζει
Αφήνω τα κομμάτια μου στα χέρια σας..
για την Μαρία
L.N.E
Α΄
Προμήνυμα τελικής κρίσης
που θόρυβο κάνει
Προετοιμασία θανάτου,
τέλους δηλαδή
και είσοδος
είσοδος πιθανότατα σε μια άλλη διάσταση
Σε αυτή την είσοδο,
θα μπω κανονικά από την πόρτα
Το παράθυρο θα το αφήσω ανοιχτό
μόνο και μόνο για ν΄ ατενίζω τη θέα
Ας περάσουμε λοιπόν στο κυρίως δωμάτιο
Στο χώρο που δημιουργώ, που καταστρέφω
που ουρλιάζω και γελώ υστερικά
Κανέναν δεν ενοχλώ
Μόνη μου είμαι
Κατά καιρούς φιλοξενώ επισκέπτες, φίλους
και τον έρωτα
Αυτός ο τελευταίος, ένας είναι
Είμαι μία από τις αυτοεξόριστες μονογαμικές φύσεις
Ζητώ το ιδανικό στο ένα
Στη συνένωση τεμαχίων που εφάπτονται
επακριβώς, ανιδιοτελώς και αορίστως
Εδώ ακριβώς είναι και η αρχή του τέλους
Η ολοκλήρωση της προσμονής
Η αποδοχή της τελικής εικόνας
Περί του προορισμού ο λόγος
το ταξίδι έχει ήδη καταγραφεί στη κάμερα
Αποθηκευμένο για όποιον αποδείξεις επιθυμεί
Με καταθέσεις και στοιχεία αδιάσειστα
για όποιον επίσης θελήσει να αμφισβητήσει
της ποινής μου το μέγεθος,
εσαεί ελευθερία
Μπορώ λοιπόν με πάσα βεβαιότητα
να σας διευκρινίσω την όποια απορία σας
και να σας απαντήσω σε κάθε ερώτημά σας
Ακούω λοιπόν..
για την σταγόνα μας..
L.N.E
Θ΄ αποφυλακίσω σύντομα
τις σκέψεις μιας γαρδένιας
και τρυφερούς ανθούς
θα ΄ρθω να καταθέσω
εις μνήμην της ανέμελης,
της παιδικής μου μνήμης
Αρώματα διάχυτα
θ΄αφήσω να αιωρούνται
σε γειτονιές ολάνθιστες
μεταναστών αγγέλων
που τις βεβήλωσαν αυγή
δαιμόνων μεσημέρια
Το πέλαγος του ουρανού
με νούφαρα θα σπείρω
θα μπερδευτούν τα χρώματα
λίμνες, βουνά και δέντρα
και με ποτάμια λάβας φως
πηλό θα εξεγείρω
Μα αν είν΄ ο χρόνος άρρωστος
και με βαρυγκωμήσει
και η σιωπή το λόγο της
θελήσει να εξηγήσει
θα υποδεχτώ με αρετή
τα σύννεφα του νου μου
και θα λούσω με δάκρυα
κάθ΄ανοιχτή πληγή μου
Ύστερα θ΄αποκοιμηθώ
θα ονειρευτώ την πέτρα
θα κατακτήσω το βυθό
θα γίνω σταλακτίτης
ν΄ανταμωθώ με την αγνή,
την πρώτη μου αμαρτία
Θα στάξω πάνω της δροσιά
και θα τη σχηματίσω
αργά, αργά και τρυφερά
δίχως τροχό
δίχως σουγιά
την όψη της πιο όμορφη
απ΄την αρχή θα κτίσω..
L.N.E
Μετέωρος ο άγγελος
κι ο δαίμονας αλισβερίσι γύρεψε
Σφυγμός ασθενής,
οι νότες παύουν
Σιωπή και πένθος
άδικος ο εχθρός
κι η τρικυμία άοπλη
Πανούργα η στεριά
απορροφά το κύμα
Σώπαινε,
στον αφρό όλα καλά
Κατάδυση και πυρετός
βοά το μαύρο χέλι
Γυμνό το στήθος μου
και το τραύμα πάντα το ίδιο,
στο στερνό της κνήμης μου μελάνωμα
Πνεύμα ανήσυχο
κορμί διαμπερές
Η θέα ευανάγνωστη
δίχως τέντες
Καλή σου νύχτα ομορφιά
όπου κι αν ταξιδεύεις..
L.N.E
Αγόρασες μία στιγμή
απ΄το παζάρι της ζωής
κι έσβησες τις σκιές μου
Ψίχουλα άφησες,
το δρόμο της επιστροφής
να μην αναγνωρίσω
Με οδηγό το άστρο της αυγής
πλησίασα σιμά σου
Μάγο, σε είπα ποιητή
τα σμύρνα, το λιβάνι, το χρυσό
τοποθετείς εντός μου..
Αφιερωμένο..
L.N.E
Αν βρεθείς σ΄αυτό το σταυροδρόμι
που ο ορίζοντας διχοτόμησε,
πάρε με μαζί σου
Εγώ τη θάλασσα τη κουβαλάω μέσα μου
Τη ξεδιπλώνω μπρος στα μάτια μου συχνά,
στα χείλη στάζει και τη γεύομαι
Αν βρεθείς έτοιμος να καταδυθείς
στου Ποσειδώνα τα νερά,
πάρε με μια αγκαλιά
Νιώσε το κύμα που υψώνω
-τοίχος στη τύχη μου-
κι απόρησε μαζί μου
Κολύμπησε κι αντάμωσε με μένα στ΄ανοιχτά
σ΄ένα πέλαγος που αχαρτογράφητο έμεινε
απ΄την αφή του ονείρου
Μια εμπειρία θα ΄μαι μοναχά,
μια ιστορία αλλοδαπή
μια παραπληγική θρησκεία
Ακόμα και το τέλος μου επίπλαστο θα είναι
μια ιδέα γαλάζια κι αλμυρή
που δεν με εκτιμά διόλου
Μα αν όλα συνεχίσουν όπως λες,
έλα το βράδυ σ΄ένα δείπνο μυστικό
Βράζω πολτό στην άμμο
σερβίρω νέκταρ αχινών,
και στη θαλάμη
κρύβω τη μελάνη μου
Γράφω στον αφρό με τις ακίδες των τυφλών
το παραμύθι που εξ΄αρχής μολύνθηκε
από το πύον του Ιωνά
στο κύτος του κορμιού μου..
Αφορμή ..
L.N.E
Έτσι μετακινώ την άμμο
δες,
χαϊδεύοντάς την απαλά
με τ΄ακροδάχτυλα
μεταμορφώνω τ΄όνειρο
το απλώνω, το μαζεύω
Παραγάδι αγκιστρώνω ξέπλεκο
σαν βγει στην επιφάνεια,
γιομάτο είναι πέρλες
που σπαρταράνε να σωθούν
Πτερύγια μιας φαντασίας ακριβής
τυλίγω δαχτυλίδια,
σε σπείρες τα τοποθετώ
κρυφά τ΄ αφήνω στη μπιζουτιέρα μιας γοργόνας
μην εκτεθούν,
μη και τα δούνε πειρατές
και τα κουρσέψουν πάλι
Η κρήνη με θαλασσινό νερό
πίσω από την εικόνα,
κρυστάλλους πλάθει από σταλαγματιές
αιώνιων θαυμάτων
και μου σφραγίζει τους ιστούς
με χάραγμα ασημένιο
Μαργαριτοφόρα όστρακα τρέφονται
με το πλαγκτόν που απέμεινε γυμνό να αιωρείται
στο βυθισμένο μου σκαρί
σε λάθος στίγμα χρόνου..
L.N.E
Κόκκινη φεγγαρόσκονη σμίγω
και πλάθω ιμάντες αλμυρούς
Ρίχνω στην ακροθαλασσιά
ίριδα και μετάξι
Ένας ναυτίλος αφήνει ευχές
μετρώ πλοκάμια αμέτρητα
που το κορμί τυλίγουν
Εσύ θωρείς τον ήλιο
που κούρνιασε στο πέλαγος
με στίχους για προσάναμμα
ανάβεις το φεγγάρι
Ο δρόμος γέμισε φωτιές
και το κατάρτι άστρα
Νύχτα γεννιέται ο έρωτας
αν μάτια δεις με φώσφορο
θα τον αναγνωρίσεις..
L.N.E
Μα ναι, τώρα θυμάμαι
τα δάχτυλα σχηματίστηκαν μετά
Αργότερα, με την έξοδό μου στο φως
και με την ανάσα μου να μη φιλτράρεται πλέον
από πνεύμονες μητρικούς,
άρχισε η μνήμη να σβήνει τ΄αποδειχτικά στοιχεία
Άλλοι, τέτοιου είδους ενθυμήσεις
τις ονομάζουν προφητείες
άλλοι οράματα
άλλοι μιλούν για προβλέψεις,
για συμπαντικές συνομωσίες
για την παράνοια του νου ή τη σοφία του
Η βίαιη αποκοπή του λώρου
κι ο κόμπος που μας έδεσε
δημιούργησε ισχυρό και ακλόνητο άλλοθι
να κατοχυρωθεί η αμνησία
Κι ενώ συνεχίζω να παπαγαλίζω ενοχές
και να βλασφημώ το σκουλήκι
που τρώει αχόρταγα τις ρίζες μου,
το περίγραμμα της σκιάς μου με επιμονή θαυμάζω
Θυμάμαι απόψε
όλες τι εντολές που έδωσα για να σχηματιστώ
θυμάμαι που σας διάλεξα
μικρούς θεούς και δαίμονες μεγάλους,
πλάι μου να βρισκόσαστε για να σας καταριέμαι
Αυτό το σενάριο το έγραψα πολύ πριν γεννηθώ,
πριν με συλλάβει η μήτρα
τότε ακόμα που τ΄άστρο μου
δεν ήταν ορατό στα μάτια των αθώων
Πριν κατασκευάσω την επόμενη έξοδο
ομολογώ,
ο χάρτης που μου δώρισαν οι φτερωτοί μου φίλοι
σφάλιζε καλά κρυμμένους θησαυρούς
Τις ώρες που απομένουν
θ΄ακολουθήσω τον παλμό του τελευταίου μου βέλους
για να καταλήξω λευκή αύρα της συνέχειάς σου
Επαληθεύω τον χρησμό
Καμία ανατροπή
Η ελευθερία,
πάντα ήταν έρωτας..
L.N.E
Γέρνω γαμώτο,
γέρνω μια ζωή
δεν αντέχω άλλο να κρατιέμαι από ιστούς,
κουράστηκα
Πως είναι ν΄ αγαπάς,
με ρώτησες κι απόρησα
Κατέβασα όλους τους τόμους
τους ξεφύλλισα,
κάτι σου ψέλλισα με περηφάνια
Εγώ, η δυνατή
η αδιαμφισβήτητη μάγισσα
που της πυράς έκαψα τη γλώσσα
εγώ, που εναπόθεσα βοτάνια σε βωμούς
που θέρισ΄ απ΄της θάλασσας
τ΄ αγριεμένα φύκια
κατάργησα το τέλος του παραμυθιού,
λύτρωση δεν υπάρχει
Στο πιο φθηνό ξενοδοχείο θα με βρεις
ξεπροβοδίζω ενοχές
και μάσκες τεθλιμμένων
βλ. (βλέπε):
σημείωση ο έρωτας δεν άφησε
κι ο νηστικός ο θάνατος μπορεί να μου γελάει..
L.N.E
Καταλήγω σκόνη
συντρίβομαι για τον εκ δεξιών πολεμιστή
Εγώ, ο τελευταίος εξ αριστερών συνωμότης του σύμπαντος
παραδίδω τα σπλάχνα μου και οπισθοχωρώ
Κρατώ μοναχά την ανάμνηση και το χάραγμα
που πονά σαν αλλάζει ο καιρός
Από το κόσκινο περνώ το πνεύμα
σβώλος μη μείνει συμπαγής
σκορπίζομαι σε ανατολή και δύση
ο βοράς διαμαρτύρεται,
διεκδικεί μερίδιο
ο νότος οδύρεται ακόμα
Με έλκει το άνευ της έλλειψης
στην κατάδυση ανυψώνομαι
η βαρύτητα δεν ανταποκρίνεται και ο Νεύτωνας απορεί
Συστολή στο χρονόμετρο
Διαθήκη αφήνω λευκή
στης γραφής σου τα χέρια που κόβουν ιμάντες
Δικαιώματα δεν θ΄ αποκτήσεις
την υποχρέωση μόνο
να ξεπληρώσεις τις υποθήκες του μέλλοντος άστρου
αυτού που νύχτα θα γεννηθεί και ορατό θα μείνει
σαν ξημερώσει ο καιρός
Δανείστηκα αναπνοές,
τόκισα κραυγές που σφάδαζαν συνθήματα ελευθερίας
Να επιστραφούν επιθυμώ σε δικαιούχους άπορους
και ορφανούς ελπίδας
Να με διαιρέσεις επιπροσθέτως σε τεμάχια μύρια
να πολλαπλασιάσω τους σταυρούς
ν΄ αρχίσει η επανάσταση..
"δεν αρκεί να πατάς τη σκανδάλη
πρέπει ο στόχος να είναι σωστός"
Καλό Κυριακάτικο Βόλι..
L.N.E
Τιτιβίσματα αχνά διαρρέουν
το πρωινό μου κοιμάται ακόμα ανήσυχο,
τα φτερά πονούν
αγύμναστα να ΄ναι ή τάχα πολυταξιδεμένα;
Δεν είμαι αποδημητικό,
πρόσφυγας είμαι
Καταυλισμός από τσιγγάνικα σύννεφα
η στέγη μου
στων κεραυνών τις κουπαστές
ξαποσταίνω τα όνειρα
Η ζέστη αφόρητη,
η ανάσα φωτιά
Αν πιάσει ξανά βροχή θα φυλαχτώ
κάτω από μένα θα μπω,
μ΄ ένα τραβέρσο θ΄ αδειάσω την οργή στη θάλασσα
και θα κουρνιάσω στο σκόπελο του ωκεανού
που διασχίζω ακόμα
Καμιά φορά αναπτύσσω μεγάλη ταχύτητα
κι ελιγμούς σκαρώνω επικίνδυνους
Η θέα παραμένει στη θέση της,
φεύγω εγώ..
L.N.E
Ταχεία η αμαξοστοιχία
Περάστε,
θα ξεκινήσει το τραίνο
Περάστε να δούμε πόσοι από μας θέση θα πάρουν
και πόσοι όρθιοι θα ταξιδέψουν ξανά
Καθίστε κύριοι
κι εσείς μαντάμ, παρακαλώ
Σ΄ αυτό το ταξίδι θα συμβεί ατύχημα
Παλιές οι ράγες και ο εκτροχιασμός
αναπόφευκτος μοιάζει
Τι λέτε, πάμε να καταστρώσουμε σχέδιο απόδρασης
ή σχέδιο δράσης;
Οι μηχανές έχουν υποστεί ηθικές βλάβες
και οι γέφυρες έμειναν ασυντήρητες καιρό
Τα σώματα που ρίξαμε στα θεμέλια, διάβρωση εμφανίζουν
Νέα κορμιά αναζητούνται να στεριώσουν το ταξίδι
Δημοκρατικά θα επιλέξουμε τον προορισμό μας
Πιστεύει κανείς από μας πως θα σωθεί;
Έχει κανείς το θάρρος να ανατρέψει τη πορεία;
Γιατί άραγε αυτή η γνώση η έρμη,
αυτή η σύμπνοια απόψεων εξουσία ποθεί ανεξέλεγκτη
κι όλοι αυτοί οι επιβάτες που γνωρίζουν,
με δάκρυα στα μάτια
αγοράζουν πανάκριβο εισιτήριο θέσης τρίτης;
Αναρωτιέμαι η αφελής, γιατί επιμένουν καραβάνια όρθιων
να χαρίζουν τα όνειρά τους
σε μονόχρωμα ταξίδια που "έκατσαν" τόσα χρόνια τώρα;
L.N.E
Μοιρολόι,
οι γυναίκες τυλίγουν το σώμα μου
ταράζεται συθέμελα ο ουρανός απ΄ την αργοπορία
με αθωώνουν τα δάκρυα
γέρνω το κεφάλι στον ώμο μιας άγνωστης
σφίγγω το χέρι μιας άλλης
γνωρίζουν τρόπο και διαμελίζουν το πόνο
ενώνοντας τις παλάμες τους
Όμως σ΄αυτή την άσκηση προσομοίωσης
λείπει η ύλη του πόθου
η σκέψη όλων θρηνεί την απουσία της ζωής
από τα σωθικά μας
κανείς δεν τολμά να διαρρήξει τη σιωπή
γυναίκες στα μαύρα τιμούν το πένθος μου,
αντέχω
Στυλώνω τα πόδια
καθυστερώ το ρόγχο, μη στερηθώ στιγμή αγκαλιάς
μη καταρρεύσει ο κλοιός
και σπάσει η ασφάλεια που κούμπωσε στο στήθος μου
οι ανάσες μιλούν
οι λυγμοί δυναμώνουν
μικρά κορίτσια αναδύονται από τα βάθη της ψυχής
ανεμώνες άγριες σε χρώμα μωβ θεριεύουν
πανομοιότυπες φιγούρες διοχετεύουν στέρηση στο αίμα μου
γαληνεύουν τ΄ αγγεία
Οι άντρες μακριά
ζηλεύουν την ανοησία που λυτρώνει
υπερήφανοι,
με χέρια σταυρωμένα κρατούν στη φυλακή το πόνο τους
και προσδίδουν την αμαρτία σε αμέλεια
θάρρος δεν βρέθηκε περίσσιο
κανείς βήμα δεν έκανε,
δεν πλησίασε
δε στάθηκε έστω όρθιος
να νιώσει στο σώμα την κραυγή
που εξοστρακίστηκε άξαφνα
κανείς άλλος δεν άκουσε εκτός ίσως από τον καλλιτέχνη,
ήταν νωρίς
Μοιρολόι ψιθύρισαν οι ξένες
ένα τραύμα επούλωσαν
ο επόμενος πίνακας
κόκκινο θα στερείται..
L.N.E
δεν είναι που θέλω να σ΄ εντυπωσιάσω
είναι που τα περιστέρια δεσμεύονται
από κανόνες ασφαλείας
και οι πτήσεις τους έχουν ύψος περιορισμένο
Που της γης οι εργάτες
ψίχουλα μόνο μεταφέρουν κι όχι φθόγγους
οπότε η αλληλογραφία δεν ενδείκνυται για διάλογο
Σου στέλνω όμως μια επιστολή αρχή να κάνω
τη διεύθυνσή μου τη νέα να μάθεις
Αν το γράμμα δεν επιστραφεί, ίσως και να το έχεις λάβει
Το παρόν διατίθεται σε έκπτωση μονολόγου
Δεν υπάρχει ηχώ, λείπει το βάθος
Δεν υπάρχει αντίλαλος, λείπει το εμπόδιο
Το κενό δε γεμίζει, λείπεις εσύ
Να σ΄ ενημερώσω λοιπόν πως το σώμα μου
εδώ και καιρό με το δικό σου γειτονεύει
Στο δισάκι μου λίγα πήρα
Κάτι μεταχειρισμένες σκουρόχρωμες αναμνήσεις
- δεύτερο χέρι, τρίτο -
μερικές παύσεις αγγέλων
-σιωπηλές πινελιές που ζωγραφίζουν θύμισες
και βρίσκουν τότε χώρο ν΄ακουστούν τα γέλια των παιδιών-
μερικούς άλλους ήχους πολύτιμους
από βαδίσματα αγαπημένα
-το δικό σου, το πιο οικείο μου
θα το αναγνώριζα παντού, όπου-
σπάνια, συλλεκτικά κομμάτια όλα
Άλλαξαν πολλά κυρ Αθηνά από τότε που έφυγες
Σήμερα αν με έβλεπες ξαφνικά, θα σάστιζες
Πήρα τα κιλά που μου έλειπαν κι όλο ανησυχούσες
Μάλλον πήρα αρκετά παραπάνω
μα ξέρω πως αυτό εσένα
δε θα σε πείραζε καθόλου
Τα μαλλιά τα βάφω πότε πότε
Εδώ και πολλά χρόνια έχουν γίνει πιο λευκά απ΄ τα δικά σου
Θα θυμάσαι θαρρώ
- ήρθα στο μνήμα σου και σου το ψιθύρισα -
πως στο αγόρι που στα σπλάχνα μου είχα
δώσαμε του πατέρα τ΄ όνομα σάμπως και γλυκαθεί η ψυχή του
Η μικρή, έγινε μεγάλη πια
Είναι πανέμορφη
στο γάμο της φοβάμαι τελικά πως δεν θα σε καλέσει
αν γίνει βέβαια
Οι εποχές άλλαξαν, δεν θέλουν γάμο τώρα τα κορίτσια
Η Μαριώ μας πέρασε τα δύσκολα
κι η κόρη της μια Αθηνά δυο μέτρα γίνηκε, μες το καμάρι θα ΄σουν
Ο Γιάννης της θαρρώ σου έμοιασε στην καλοσύνη,
τον φρόντισες καλά
Ο πατέρας ασκητεύει ακόμα
Τροχιά ν΄ αλλάξει η γη, στη θέση του εκείνος, αμετακίνητος
Άλλος λοιπόν ακολουθεί την πεπατημένη,
άλλος με τα νύχια ξεριζώνει ρίζες να φανεί το νέο μονοπάτι
άλλος στροφές κάνει διαρκώς στον κύκλο του μέσα,
όπως και να χει εμείς, (μια χαρά) επιβιώσαμε
Ξέρω πως θα ήθελες να σου τα πω πιο απλά
κι εγώ έτσι θα σου τα έλεγα από κοντά
Θα κάναμε και κάνα τσιγάρο
παρέα μ΄ ένα φλυτζάνι τούρκικο να καίει
τζούρα κι αναστεναγμός
Δυο λέξεις θα σου έλεγα
«μάνα μου»,
κι εσύ με τρεις θα απαντούσες
«έλα παιδί μου»
Αυτά μόνο θ΄ αρκούσαν
Μια αγκαλιά που μοιάζει πολύ με τη δική σου
κι ας μη σου είναι γνώριμη
με τυλίγει συχνά,
Μόνη δεν είμαι
Η υιοθεσία είναι καθ΄ όλα επιτυχημένη
εκτός από το άρωμα
Δεν μυρίζω γιασεμί, κάτι άλλο σε αρσενικό φοράει
Σε αγαπάω
Ξέρω, δεν είχες άλλες αντοχές
Κατανάλωσες λιγοστές αναπνοές ως τεκμήριο παρουσίας
κι αποχώρησες σιωπηλά
Τώρα πια μάθαμε όλοι μας
να λέμε μόνο όμορφα λόγια για σένα
Κάποια βράδια που έξω βρέχει
κι οι κεραυνοί σχίζουν τον ουρανό,
τότε κι εγώ στον ίδιο θόρυβο ταυτόχρονα χώνομαι
ευκαιρία βρίσκω και σε ψάχνω
Αρπάζω το μαχαίρι
χαρακώνω βίαια της ψυχής μου τα νέφη που σφαδάζουν
ελπίζοντας να βρέξει,
να ξαστερώσει ο ουρανός και να φανείς
Αν σε πονώ, συγχώρα με
Φωνάζω δυνατά μόνο για να μ΄ ακούσεις
Ουρλιάζω σαν λύκος που αλυχτά στου φεγγαριού το γέμισμα
μαμάαα..
L.N.E
Βυζαίνω ρόγες μοσχάτες
κληματόφυλλα μ΄ αγγίζουν μεταξένια
- οι παλάμες σου είναι -
βγάζω βλαστούς, δένομαι στα εμπόδια
κι αναρριχούμαι
Θηλαστικό πλάθομαι,
ένα τσαμπί που στάζει θάλασσα
και ζωγραφίζει κοίλα ίχνη
Δεν αντάμωσα πλάσμα όμοιο πουθενά
με εκ γενετής πυρασφάλεια
σαν φλέγομαι, δακρύζω
χαμόγελα σκιαγραφώ
και με αναγνωρίζεις
Παλμούς εκπέμπω,
πνοές αφηνιασμένες
Αναζητώ το είδωλο στο βυθό
στην επιφάνεια, σωθήκανε τα νούφαρα
Ο αρχιτέκτονας ζευγάρι μας έπλασε
εμπριμέ σεντόνι γίναμε
με κλάρες υφασμένο
Κυλίσου τώρα πάνω μου
μόνο στα μάτια σου μπορώ
να δω το πρόσωπό μου..
L.N.E
Ανοιξιάτικο βράδυ χωρίς εσένα
έκρυψα τα χειμωνιάτικα όνειρα
βγάζω τα καλοκαιρινά
θαρρώ δεν θα μ΄ αντέξουν
παλιά, τριμμένα όνειρα
που με τάξη είχα τοποθετήσει
σε ραφιέρες και ντουλάπια ανώγια
Μη με αφήσεις κι εσύ
το χέρι γλιστρά,
ο ιδρώτας της μοναξιάς το λούζει
κι η διαίρεση της μονάδας το πονά
Εσύ, μη με αφήσεις
Ο ήλιος ακόμα μπερδεύεται στα μάτια μου
και το φεγγάρι κλαίει
Στάσου σιμά
και χάρισέ μου νότες απαλές
ν΄ ακούω τον ρόγχο της σιωπής
καθώς κυλά βροχή στα μάγουλα σου
Δεν σε είδα ποτέ
μα στάσου εδώ,
φτερούγιζε πλάι μου
με τα φθαρμένα θα ντυθώ
να μη κρυώσω..
Για την Κυρία ΛΥΓΕΡΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
L.N.E
Ακριβέ μου,
νιώσε της ψυχή μου το πώς,
το πόσο
νιώσε ζωή μου την ανάγκη μου
να σε αναπνεύσω
Σαϊτιές έρωτα κεντούν οι λέξεις σου,
οι σκέψεις σου, τα μάτια σου
με κοχύλια στολίζεις το πέλαγος
τα φορά η θάλασσα στο στήθος της
και υπερήφανη φουσκώνει
Δικά σου άνθη διάσπαρτα στο βυθό μου,
αρμυρίκια που βλασταίνουν και ζωντανεύουν την άμμο
Πλησίασε καλέ μου
ένα χάδι σου προσμένουν,
ένα πέρασμα του ανέμου
Άρωμα αύρας υγρής να εισπνεύσουν,
την εκπνοή σου..
L.N.E
Π.Α 8-10-08
Μεθώ καλέ μου
δεν τολμώ αλλιώς να σε κουρσέψω
Ξεσκαλώνω με τ΄ ακροδάχτυλα τα αινίγματα
με τις χούφτες ανιχνεύω το μυστικό της άμμου
βρίσκω αχιβάδα ζωντανή
κάτω από πατούσες βρεφικές
που μπουσουλούν σε όνειρα
Πίνω απ΄ τον θαμπό οίνο του ορίζοντα
που γέμισε με άγκυρες κι αγκίστρια
Αδειανό αφήνω το ποτήρι μου στα χέρια σου
Αν ήξερες μόνο
τι ιχνογραφίες έκανα
και πόσες αντιγραφές σπατάλησα,
αν έστω γνώριζες το αρνητικό που έβαλε τη μάνα μου
σε κίνδυνο για να σε συναντήσω,
τις αναπνοές μόνο αν μέτραγες
που στοίβαξα στο στήθος μου για να σε ανταμώσω,
τότε θα ένιωθες το στέρεμα του μελανιού του πορφυρού,
τη μπλε μου τρικυμία
Θα μάθαινες τη σιγουριά που κρατούν οι αντοχές
στις καταδύσεις του βυθού
σαν πλάσμα δικό μου εισβάλει ξαφνικά
στης φλέβας σου την είσοδο
στου νου σου τα ταξίδια..
L.N.E
Πες μου θεέ μου
πως θα με κρίνεις την ώρα που θα χτυπήσω τη πόρτα σου,
ως αμαρτωλή που διέπραξε το μέγιστο σφάλμα της αχαριστίας
ή ως πτωχή που εισέπραξε μία αγάπη μόνο;
L.N.E
Για να μπορείς να λιμάρεις τα βράχια
κύμα να γίνεσαι
να με χτυπάς με ευκολία τόση
για να μπορείς να βρίσκεις τα περάσματα
που ο νους μου ταξίδεψε,
φαίνεται πως ακολουθείς τη ρότα μου
Εδώ είναι στεριά
φυλάξου καλό μου
ύαινες κι οχιές παραμονεύουν
φυλάξου καλό μου
σκορπιοί στ΄ αγκάθια που πατάς
οι καρποί κόκκινοι, πρόστυχοι
το νερό θειαφισμένο
Τραβήξου μακριά μου
όσο πιο μακριά μπορείς
κι άσε με εμένα να μιλώ με τους αλήτες της ζούγκλας
να στήνω παγίδες και δόκανα
για να πιάσω τη στιγμή
που απ΄τα χέρια μου γλίστρησε
και να στην επιστρέψω
Άσε με να ελπίζω
πως θα καταφέρω σύντομα
να ορθώσω το σταυρό που ο ωκεανός ονειρεύτηκε
στου βυθού μου τα μαύρα νερά
μέρα γιορτής σε γη ανθισμένη..
L.N.E
Αιώνες τώρα
συμμετέχω στη μυσταγωγία των αστραπών,
στη σύναξη των άστρων
τραυματίζω τον ουρανό
και βρέχω στίχους διάφανους
Θύελλα βαφτίζομαι κι ανταμώνω μαζί σου
επιστρέφω κρουνούς υποσχέσεων
και τάματα μαλαματένια
στα εικονίσματα του πελάγους
Αφήνω το χρώμα μου, θάλασσα
το άρωμά μου, χείμαρρο
να κατακλύζουν το σώμα σου
Άνεμος είσαι και βρυχάσαι φλεγόμενος
μεταξύ των σημείων που τέμνουν τον ορίζοντα
καθώς εκείνος πάλλεται και συσπάται
ανάμεσα στα σκέλια της άνοιξης..
αφορμή ο Χρησμός
του Τάκη Τ.
αφιερωμένο στον ίδιο..
L.N.E
Με δυο σταγόνες κονιάκ να καίνε
κι εσένα πλάι μου
κεντώ το μαύρο ρούχο που ασκητεύει στο σώμα σου
αναταράζοντας ξανά
του νου σου τον ομόκεντρο κύκλο
Κόρη ανύμφευτη αναδύεται η αταξίδευτη γνώση
θωρεί το μπάρκο απ΄ το ράφι της κι αναστενάζει
Καθώς το χαρτί έλκει τη σκόνη και τα χέρια
- αυτά τα χέρια που ανιχνεύουν
το ξεχασμένο τεύχος, το αφυλλομέτρητο -
λύνουν τους κάβους της ηδονής,
ένας γρίφος με τίτλους γαλαζοπράσινους
αφρίζει καταμεσής του πελάγους
Ακολουθώ τη σταθερή ρότα
της πυξίδας που δια-γράφεις
και σκαλώνω εκεί ανάμεσα
στου ορίζοντα το μουράγιο
και στης άγκυρας το βίρα
Με μια γεύση ανυποψίαστης αλμύρας
αποφεύγεις τους ύφαλους των λέξεων
χαρτογραφείς το γέλιο μου
ενώ αδροί παλμοί συνθέτουν μουσική για στίχους
που σκάρωσαν τα πουλιά χαράματα
σε απόκρυφες της θάλασσας ξέρες
Κλίνω να υποθέσω
πως με φουρτούνα ή μπουνάτσα
πάλι αλάργα θα χανόμαστε, αντάμα..
L.N.E
Στροβιλίζομαι στον άνεμο
εισβάλω στα κύματα
κι απελευθερώνομαι
Καταπίνω το αλάτι σου ζωή μου
κι όλο διψώ
σε πίνω, ρουφώ το μεδούλι σου
κερδίζω τα άνομα όνειρα
της απουσίας σου
Τεμαχίζω τον άρτο
που ζύμωσα κοπιάζοντας,
σερβίρω το ημίγλυκο
και σε αποθεώνω
Χορεύει ο ουρανός,
ζαλίζεται στη σκέψη σου
τολμώ να εξουσιάσω
τη χώρα των θαυμάτων
κανένας εχθρός
κι οι φίλοι τα βλέφαρα έκλεισαν
Σκαλίζω με νύχια τη λέξη που καίει,
υπάρχω..
Καλή, ευωδιαστή και ανατρεπτική Πρωτομαγιά σε όλους!
L.N.E
Κράτησα τη ζωή μου καθαρή
λίγο νερό,
λίγο αλάτι
κι η θάλασσα έτοιμη
Υπάρχουν φορές
που δακρύζει απ΄τη ματιά η μελάνη και κρύβομαι
ή τότε να ΄ναι που γίνομαι διάφανη;
L.N.E
Απόψε η τρέλα έστησε γιορτή στον ουρανό
με οινοχόο τον θεό
Απόψε το φεγγάρι ξελογιάστηκε
με τ' άστρα
Και έντυσαν την νύχτα μέρα
Αστραπόφεγγη νύφη
Ο κεραυνός την έντυσε
την τρέλα
Ζήλεψε ο αιθέρας
να του την κλέψει θέλησε
στην γη να την γυρίσει
μα εκείνη ερωτεύτηκε το σύμπαν
η τρελή
Κι έμεινε εκεί
Να πιει, να τραγουδήσει να χορέψει
να μεθύσει
την αλήθεια να πλανέψει
Κι όλο το γλέντι
παραμύθι να γραφτεί
κι ο ουρανός ν' αδειάσει
από το θεϊκό κρασί
που φύλλαξε για σένα
Τρέλα
η άλλη η τρελή,
η Ελπίδα !!!
η Isminy Isminy έγραψε ..
Η άνω και η κάτω γνάθος αμιγώς συνεργάζονται
Κάγκελα σφραγίζουν την έξοδο
Μη μιλάς
Κατάπινε
Οι σιελογόνοι αδυνατούν να καταπραΰνουν τον πόνο
Οι ακούσιες προσπάθειες να απεμπλακώ απ΄το βάρος δεν ευδοκίμησαν
Θα χαλαρώσω τις γρίλιες να βγει το επόμενο αγκάθι
Υποδηματοποιός χειροτέχνης πανάκριβος
Βολεύτηκα με παπούτσια από δεύτερο.. χέρι
άλλοτε μπόσικα, άλλοτε σφιχτά
Φροντιστήριο ξένων γλωσσών
Έμαθα με αντάλλαγμα ψυχής να αντιλαμβάνομαι
και σε λόγο προφορικό μόνο να επικοινωνώ
σε πάσης φύσεως γλώσσες με τους βαρβάρους μου
«συγχώρα με για το βαρύ χειμώνα
σου αναγγέλλω την επιστροφή των πελαργών ...
και σου χαρίζω δυο μικρά ποιήματα
να στροβιλίζονται στον κήπο σου
σαν ανοιξιάτικες νιφάδες»
Άλλο πράγμα η μητρική η γλώσσα, η γραφή..
Καλούπι κατασκευασμένο στα μέτρα μου
Οικεία τα γραμμένα βήματα, μόνο που η άνεση άργησε
και τα πόδια πλήγιασαν
Υπακοή επιβεβλημένη από τις ρίζες μου
Έμαθα από νήπιο να μιλώ τη σιωπή
Όταν κινούνται τα χείλη, τ΄ αφτιά κλείνουν
Εγώ όμως, είχα την ικανότητα να καταπίνω
χωρίς να εμφανίζω σημάδια κόπωσης
αφού ως εγγαστρίμυθος,
η όψη μου δεν πρόδιδε καμία προσπάθεια ομιλίας
Η επαφή με το ακαταλόγιστο μ΄ έμαθε να ονειρεύομαι
Ακόμα κι όταν χρειάστηκε να μπω στο νεκρό σώμα της μάνας
με περίσσια αντοχή κατάφερα να μάθω κι αυτή τη διάλεκτο
Γι΄ αυτό μου το χάρισμα ήμουν δημοφιλής
Με προσκαλούσαν στις δεξιώσεις, στις κηδείες, μα και στη θάλασσα
τότε που μόνο ένας έμπειρος κατα-δύτης θα μπορούσε να ανακαλύψει το αγκίστρι
και να το βγάλει με το δυνατόν λιγότερα τραύματα απ΄ το μέσα τους
Μόνιμη προσκεκλημένη του πόνου δηλαδή
Μην απορήσεις
Οι δεξιώσεις πονούν πιότερο,
ύπουλη αρρώστια, πίστεψέ με
Λιγόλογη δεν θυμάμαι αν ήμουν
ίσως και όχι, φλύαρη όμως ποτέ
Ανησυχούσα πάντα για το βαθμό ακοής τους
Τους ικέτεψα να εξετασθούν
ένα ακουόγραμμα θα βοηθούσε
Ακοή φυσιολογική έγραφε το ιατρικό πόρισμα
Με τα πολλά και μην έχοντας άλλη επιλογή
μπήκα στην ίδια διαδικασία κι εγώ
Κυνοειδής ακοή, διάβασα..
Η απορία λύθηκε και η μοναξιά γαντζώθηκε πάνω μου με ασφάλεια πια
Ανυπόταχτα τα μάτια όμως κι η ψυχή επιθυμούσε
τον σχηματισμό κι άλλων αποχρώσεων
Αποφάσισα -χρόνια μετά- να παρακολουθήσω μία σχολή κωφών
να μάθω και τη νοηματική σάμπως και με βοηθήσει στην επικοινωνία μου
μα πάλι δεν τα κατάφερα
Σαν ύστατη προσπάθεια εισήλθα με αμφιβολία σε μία ομάδα
που παρουσίαζε παρόμοια συμπτώματα με τα δικά μου
Χρόνο πολύ αφιέρωσα κι εκεί
Το ηχόχρωμα της φωνής μου έμοιαζε ν΄ αλλάζει
Κοκκίνιζε ολοένα μέχρι που αιμορράγησαν οι χορδές μου
Τότε θαρρώ ήταν που μίλησα στη γλώσσα τους
Μετά την καταγγελία τους -πως η χροιά μου δημιουργούσε πόνο αβάσταχτο
στα δικά τους τύμπανα- αποσύρθηκα
Έφυγα μια μέρα ραντεβού μ΄ έναν άγνωστο
που είχε πιο σοβαρό πρόβλημα από μένα
Άκουγε την ανάσα μου..
L.N.E
Νοσοκομείο ατυχημάτων
Βρίσκει τα σωστά γυρίσματα το τυχαίο
και εισβάλει απρόσμενα μέρα γιορτής, μέρα μνήμης
Ο φόβος ξάγρυπνος μα και κατάκοπος απ΄τα πολλά ξενύχτια
έτοιμος είναι ν΄ αποκάμει
Η στιγμή της Ανάστασης προηγήθηκε
τώρα η σειρά να μπει στο χορό ξανά η προδοσία,
τον κύκλο της να κάνει
Όσο να πεις, απέτυχα στις καταγεγραμμένες αμαρτίες,
αυτές που αφορούσαν στο εγκόλπιο του σωστού ανθρώπου
Μολονότι συμπεριφέρθηκα το δυνατόν ορθότερα
και σύμφωνα με τους τύπους
τη σταύρωση τελικά δεν την απέφυγα
Όποιον δρόμο κι αν επιλέξεις Γολγοθάς λέγεται
και ο σταυρός σου προορισμό άλλον δεν έχει
παρά να σου εξασφαλίσει των παθών σου τις ώριμες ώρες
Καμωνόμουν πως γνώριζα το σημείο που τέμνει τις γραμμές του,
πως οι τέσσερις γωνιές του, ορθές ήταν σκόπιμα για να προκαθορίζουν το μαρτύριο
Στην αγορά βρήκα απούλητα κάποια καρφιά μεγάλου μεγέθους
Ένα σφυρί, ματιά καθαρή, χέρια γυμνασμένα και τέχνη χρειαζόμουν
Τα είχα
Ζύγιασα τα άκρα να είναι αρμονικά,
για να δώσω αξία αισθητική στην ορατή αναπαράσταση
Ατύχημα
Μέρα του αη Γιώργη
Όφειλα ν΄ ανταμωθώ με τις αντοχές μου
Στο κρεβάτι ο πόνος με σπασμένο το πόδι σε φτέρνα και γόνατο
Τελικά όλα περιφέρονται ανάμεσα στο διάστημα της άνω και της κάτω τελείας:
«Κυρία μου, σας είχα παρανυφάκι στο γάμο μου»
Το δίχρονο κοριτσάκι βγήκε άξαφνα από τη ναφθαλίνη
ντυμένο στα λευκά με δυο μεγάλες λαδιές για μάτια,
με καλοφτιαγμένα κόκκινα μάγουλα,
ένα στεφάνι να τυλίγει τα μαλλιά και σοσόνια στα πόδια
ν΄ αφήνουν ακάλυπτες τις αφράτες του γάμπες
Τα μάτια γεμάτα υγρασία βγαλμένη απ΄ τον υπόγειο ναό
Κόσμος πολύς
Φασαρία και ο πανικός πρόωρος
Το κρασί γλυκό επέμενε απεγνωσμένα να πείσει
Έσονται οι δύο εις σάρκαν μία κι η μικρή να πνίγεται στους λυγμούς
λες και κάποιος της διάβαζε τα μελλούμενα
Σήμερα της έδειξα τη ζωγραφιά μου έγχρωμη, ψηφιακή, αποθηκευμένη
Τη κοίταξε για λίγο και ψιθύρισε με τη γλυκιά φωνή της: είναι όμορφη
κι αμέσως πρόσθεσε: είναι μαζί με τον άγγελό της
Ποτέ δεν είχα προσέξει άλλο πρόσωπο να εικονίζεται στη φωτογραφία
Πήρα στα χέρια το κινητό και κοίταξα επίμονα
Η ζωγραφιά μου παρέα με τα δύο τεράστια πράσινα μάτια της
κι ένα υπέροχο χαμόγελο στα χείλη
Εγώ με μια απορία ν΄ αναρωτιέμαι
Ποιον βλέπει η ψυχή της γι΄ άγγελο,
τα μάτια ή το χαμόγελο;
αφιερωμένο στην υγειά Της..
Ευτυχίας
L.N.E
Πως τη ζωή μου ν΄ αρνηθώ;
Πως να διαβώ τον ουρανό με αδειανά τα χέρια;
Πως τη ματιά μου στέρφα ν΄ αφήσω
όταν τα χρώματα πλημμύρα γίνονται
και τ΄ άνθη ανεμίζουν;
Πες μου, πως τη φωτιά να σβήσω
όταν πυρά είναι η ψυχή ολάκερη
και καίει;
Πως απ΄ το τόξο τ΄ ουρανού
άστρα να κλέψω πορφυρά
σε στίχους να τα βάλω
όταν εσύ πλανιέσαι εδώ
κι εγώ ζητώ
παλέτα, χώμα και νερό
να πλάσσω κύμα και γιαλό
θάλασσα να σε κάνω;
Αναστήσαμε και φέτο..
Χρόνια πολλά και καλά σε όλους!
L.N.E
Αυτό το χαρτί μου απορροφά όλον μου τον ιδρώτα
Κάθε που η ψυχή αποκάμνει
με σφουγγίζει με στοργή και μου μιλά με λέξεις
που ζυμώθηκαν με δανεικό προζύμι
κι ύστερα ψήθηκαν κι άχνισαν
φέρνοντας μυρωδιές και θύμισες αλλοτινές,
καμιά φορά κι από τις μελλούμενες
Αυτό το χαρτί -χαμηλής ποιότητας-
με αγάπησε ίσως πιότερο κι από μάνα
Μα ποτέ του να μη ζητήσει τίποτα;
Μια μέρα θα καταφέρω να το σιδερώσω,
τώρα ακόμα δυσκολεύομαι
Μα κι αυτά τα γράμματα που πάνω του χαράσσω,
τσαλακωμένα είναι
Όσο περνά ο καιρός τεντώνει το άτιμο
Έχει τον τρόπο του κι αυτό να μπαίνει σε τάξη
Αυτοαποκαλείται άβυσσος
λευκό φαντάζει, έστω ωχρό θα το ΄λεγα
Θα ΄ναι φαίνεται το απροσμέτρητο αυτό που το βαφτίζει
Τεχνικώς δεν εφάπτεται με κανένα σημείο
η ρίζα του όμως λένε πως κρατάει από το κήπο που χάσαμε
Είναι φορές που νιώθω να γνωρίζει καλά το δρόμο της επιστροφής
άλλες πάλι, θαρρώ πως περιφέρεται σε μονοπάτια δύσβατα
κι όλο ματώνει σε αγκώνες και σε γόνατα
Φορές επίσης αφήνει το μελάνι του και χάνεται
παίζει κρυφτό μαζί μου και τότε η αγωνία μου αυξάνει
Γελάει σα μωρό παιδί σαν ξαφνικά προβάλει πλάι μου
Κάνω πως το μαλώνω που με τρόμαξε μα η χαρά μου πιότερη είναι
και το αγκαλιάζω πάλι
Αυτό το χαρτί είναι ότι δεν έχω απαρνηθεί
Όλα τα άλλα - με ομορφιές, περγαμηνές και τίτλους -
συνειδητά τ΄ άφησα πίσω μου
ποτέ πραγματικά δεν μου ανήκαν
Μόνο αυτό εδώ κρατώ, καραβάκι το κάνω
Στις ρυτίδες του ψάχνω να βρω την ίσια του ρότα
που οδηγεί στο κουκούτσι του φλεγόμενου άστρου
που πυρακτώνεται βαθιά μες στον ωκεανό μου..
Ανάσταση εντός μας..
Καλώς να ορίσει..
Τις ευχές μου σε όλες και όλους σας..
L.N.E
Έπρεπε λοιπόν να θυμηθώ
πάσχιζα - είναι αλήθεια - να τα καταφέρω
Η μνήμη ποτέ δεν ήταν καλή μου φίλη
Ερχόταν επιλεκτικά σε γιορτές και τοιούτες συγκεντρώσεις
συνήθως από υποχρέωση
κάθε φορά όμως φρόντιζα ως όφειλα και την τρατάριζα
γλυκό κρασί κι αμυγδαλόψιχα
Σήμερα, την κάλεσα στο μνημόσυνό μου το ετήσιο
Στα εβδομήντα τέσσερα
κι ύστερα από δύο έτη συντροφιάς με τη νόσο,
με ανακάλυψαν γυρτή στα σκόρπια χαρτιά μου
Έψαχνα να σε βρω
ανάμεσα στα στενά περιθώρια των σημείων που κιτρίνισαν,
να εξετάσω με μεγεθυντικό φακό
το αρχικό σου ίχνος
Επαγγελματίας γραφολόγος
κι όμως, μου διέφευγε μια λεπτομέρεια,
ο τρόπος που τοποθετούσες το «και» στη πρόταση
είχε μια ιδιομορφία
Πέρασαν δέκα χρόνια να το ανακαλύψω και να κάνω το ίδιο
Δέκα χρόνια για να μάθω
να βάζω στη θέση του δικού μου «αλλά» το «και» σου
Ετήσιο μνημόσυνο, χρόνο δεν ήθελα άλλον χαμένο
Τούτη τη φορά την κάλεσα επιτακτικά τη μνήμη
και τη ρώτησα,
να ησυχάσει η ψυχή
Απλά και έντιμα και δίχως καθυστέρηση
μου αποκρίθηκε πως γεννήθηκες ανάμεσα στις πρώτες μου ρυτίδες,
μία α-νόητη γνώση
που με σήκωσε από την αναπηρική καρέκλα
και με άφησε να ταξιδεύω
μακριά από των οφθαλμών το θνητό πέρασμα,
στο αναστάσιμο όνειρο της προσδοκίας..
αφορμή η εγγραφή Ανατομία μιας στιγμής..
που μας έδωσε η Βροχούλα
L.N.E
Στο κελί του ορόφου θα έπρεπε να μ΄ άφηνες
συνήθισα τη μοναξιά, τα μακρινά ακούσματα, τα ξένα
Επέμενες να κατέβω χαμηλά, να συναντήσω τη ζωή
Τόσες πλαγιές, τόσες ανηφοριές, τόσα όρη,
κατά λάθος τ΄ ανέβηκα;
Αυτός ο σταυρός με το όνομά μου
τι άλλο να επιθυμούσε;
Αργός ταμένος θάνατος
σε ώρα δειλινού,
μ΄ ένα άρωμα από φρέζες και βιολέτες
να πνίγει την ανάσα
και να εκλιπαρεί να παραδώσει το πνεύμα
στην αρχέγονη πηγή
Γενηθήτω το θέλημά Σου, μονολόγησα
κι αφέθηκα στη πλημμυρίδα,
στης αγκαλιάς το σφιχτό κλοιό
που άλλο δεν είχε να μου δώσει
παρά μόνο την κοινοποίηση ονείρων
Στο πόνο είχα πάντα συντροφιά
και στη χαρά παρέα
Συνείδηση ευνουχισμένη
και στα μάτια η απορία, το άφθαρτο θέλω
να γυρεύει αντίκρισμα
Στους τύπους των ήλων παρέμεινα
να ανιχνεύω πληγές,
αμυχές μιας άδωρης γέννας
μιας σιωπής που πλανάται έωλη
ν΄ αποζητά να σμίξει με το άλλο μισό
κρίνα λευκά
να ασπάζονται ψυχής ανάσταση..
L.N.E
ν΄ αναστατώνεις τον καιρό,
τη μυροβόλο Άνοιξη
σταμάτα να μπερδεύεις,
πάψε κι άκου τη μουσική
τις νότες πως λικνίζονται
σαν παφλασμός πανώριου έρωτα,
σαν ταραγμός της θάλασσας
που σμίγει με φεγγάρι
Πάψε σου λέω κι έλα πλάι μου
με τ΄ άστρα ντύσε με γοργά
και στάσου να με βλέπεις
πως τιθασεύω τη σιωπή
και ξεναγώ το μύθο
πως πλέκω ρόδα υφαντά
και πλάθω τρικυμία
στην επιφάνεια του νου
στα βάθη της ψυχής σου
κι ύστερα στείλε μήνυμα
με τ΄ άγριο περιστέρι
πως σμίξαν χτύποι και αχοί
ήχοι κι ανάσες μύριες
που χρωματίζουν όνειρα
και υμνωδούν τα άνθη..
L.N.E
Ενδύομαι στις αποχρώσεις
του γυμνού σου κορμιού
στις αδιάτρητες ραβδώσεις σου,
το νέκταρ από το άνθος σου απορροφώ,
το πάθος σου το άγιο
Μεθυσμένη επιστρέφω στη κερήθρα μου
και εναποθέτω προς τιμήν του έρωτα
ένα κόκκινο ρόδο
δείγμα της βελούδινης υφής
των χειλιών σου..
L.N.E
Στο όστρακο μέσα
θα φυτέψω ζουμπούλια
ν΄ ανασαίνεις τη θάλασσα
που ανθίζει στο κήπο..
L.N.E
Χαρτογραφώ τη φαντασία
σε μια σφαίρα που έλκεται και ισορροπεί
σε μια γη που πάλλεται εξαντλημένη
Εντός της πολύτιμοι λίθοι
από υγρά πνεύματα λαξευμένοι
Μυστήρια κοιτάσματα κυλούν
σε ενεργειακές φλέβες
και πολτοποιούν την ουσία
Εκσπερματώνουν λίγο πριν την επιφάνεια
καταδικάζοντας σε απουσία γόνων
την έρημο
Ζυμώνουν τα σπλάχνα τους με προζύμι
από νέκταρ και αμβροσία
των θεών που αναστήθηκαν από ανθρώπινο έλλειμμα
Ότι ακούσεις, μύθος
ότι δεις, αίνιγμα
ότι αγγίξεις, ιστορία
ότι νιώσεις, αλήθεια
Περιστρέφεται με ταχύτητες ιλίγγου η νόηση
καταδικασμένη στο ημιτελές της σύγκρουσης
Σε μια αρμονία που αναζητά ακόμα έτερον ήμισυ,
πλάθονται καθημερινά ευκαιρίες συμμετοχής
Το πέπλο σκεπάζει το φως και η νύχτα αλλάζει ημισφαίριο
Στους πόλους αφέθηκε η δύναμη που συναρπάζει
Ανάμεσα χαράδρες και ύψη καταπατημένα
από γνώριμους προγόνους, ιδιοκτήτες ακριβών μυστικών
Μετά από τόσες πλαστικές, αγνώριστη έγινε η ομορφιά
Ο ωκεανός μαραζωμένος επιμένει να κατασκευάζει σανίδες σωτηρίας
Απέχουμε έτη φωτός από τον προορισμό μας
μα εκεί, στου μαγνήτη την αδράνεια συμβαίνουν τα θαύματα
Νυστέρι και ράμματα
αλλαγή τροχιάς του ναρκωμένου πεδίου
Ωδίνες προμηνύουν την αναγέννηση του σύμπαντος
κι αυτό το κωφό λουλούδι που ανθίζει στη πέτρα..
L.N.E
Αποζητώ νηφάλια φιλιά
κι αγριεμένα χάδια
συναντώ είδωλα και κίτρινα φύλλα
Της επόμενης μέρας ακούω τον ψίθυρο
ανεβαίνω μαζί σου σκαλιά και κοπιάζω
σε κοιτώ να κινείσαι με χάρη
και θαυμάζω το βήμα σου
Ακουμπώ ένα στίχο κοντά σου
μια ευχή, μια μου λέξη
και υψώνω τα χέρια
Δεν σ΄ αγγίζω και χάνομαι
επαναλαμβάνω τη λέξη
Κανείς..
Τρίτη φορά σε ζητώ
με τα νύχια μου σκίζω τη σάρκα
σπαράζω, σωριάζομαι
Αντιστρέφεις το κύμα
βγαίνω στην απέναντι όχθη
στα φλογερά φιλιά,
στα τρυφερά αγγίσματα
Απαντάς στο κάλεσμα αργά
και βυθίζεσαι
καταδύομαι κι εγώ άπνους και κυανή
στης σιωπής το βυθό
τ΄ όνομά σου χαράζω..
L.N.E
Λαξεύω το φως με τις παλάμες μου
αυθεντικός ο μύθος των πρωτόπλαστων
τα χέρια μου ανασταίνει
Άδραξε τη τροφή του έρωτα
νιώσε της αμαρτίας τον παλμό
στάσου στον ανθό και δάκρυσε
από το πόθο που πασχίζει να εκραγεί
σαν σμίγουνε τα σύννεφα
Ύστερα έλα σιμά μου
θα με βρεις τρυφερά να σταλάζω
ανάμεσα στις φυλλωσιές,
θα με ακούσεις να ψιθυρίζω στίχους
πλασμένους από σύμφωνα ακόμα
φωτογραφία: Γιώργος Ποταμίτης
Πριν ανταμώσω εσένα
δε θα προδώσω τη φωνή,
τον ήχο μου θα κρατώ προστατευμένο
σε δέρμα εύοσμο
ανάμεσα στις παρθενικές χορδές του ανέμου
Όσο θα πλησιάζεις άκου τη φωτιά πως βρυχάται
πως καίει με τη γλώσσα της
τις σκοτεινές τις μνήμες σαν θεριεύουν
μα αν φοβηθείς από το φως που επιστροφή δεν έχει
ένα σε σώζει,
το πρόσωπο στη νύχτα στρέψε το
εκεί που ανθίζει η λησμονιά
ζήτα της υποσχέσεις
Για μένα μην ανησυχείς
μες στη γροθιά κρατώ αστραπή
που γράφει, που γειώνει
σαν ενωθεί με θάλασσα αναταράζει το μυαλό
ένα κορμί στο πέλαγος που σεργιανά γυμνό
να πυρπολήσει επιθυμεί, μακάριο να μείνει
σε μια βροχή που αργοπορεί
μα κατακλύζει ουρανό
το θαύμα όταν βουρκώνει..
L.N.E
δεν ήταν με ροδοπέταλα στρωμένο
ανάκατο το βρήκα
γεμάτο παπαρούνες
κι ο μόχθος ποτάμι γίνηκε
έως ότου να βάλω τις γωνιές
στην εσοχή του πέλματος
κι έπειτα να το διαβώ
χωρίς την αφή σου οδηγό
Η επανάληψη της υγρασίας,
ο συνωστισμός μεθυσμένων συντρόφων
κι ο αγώνας που σου υποσχέθηκα,
αντάμωναν συχνά
Πάντα μου έλεγες για τη μετα-μόρφωση
για την επιθυμία των θνητών φτερά να βγάλουν
ν΄ απογειωθούν, να σπάσουν τη ρίζα
που τους κρατά αιχμάλωτους
Μετά από ώρες ιδιαίτερης εκμάθησης,
μετά από μετοίκηση σε περιβάλλον εκτός θερμοκηπίου
η απορία έπαψε
Στα μέσα του πελάγους οι σειρήνες σώπασαν
μια πεταλούδα ανυψώθηκε
αθόρυβα κι αυτή
ήρθε και στάθηκε στην υγρή μου κόμη
Η αίσθηση του να είσαι εδώ, πλάι μου πάντα
να με διδάσκεις, να με φροντίζεις, να με αγαπάς
έγινε συμπαγής με το δέρμα μου, η πέτρα ράγισε
και η ανάσα μου μεταλλάχθηκε
Επιβιώνω ασφαλής πια καθώς γνωρίζω
πως από το κύμα παίρνω ώθηση
να φτάσω στον προορισμό μου
Συνεχίζω το ταξίδι που λέγαμε
για να βρεθώ άνοιξη
στο νησί των Φαιάκων
να σκορπίσω τη γύρη
και να κολυμπήσω από εκεί στο μύθο,
που νόστο τον είπαν
όσοι σε γνώρισαν..
Υπόσχεση
στην
L.N.E
Πρωινό
και πάλι τα μάτια μου ανοίγω
έδωσε ο Θεός και μία ακόμη ημέρα ξημερώθηκα
Θερμοκρασία ανεκτή,
με μια ζακετούλα στους ώμους
λέω να κάνω την εκδρομή στα μέρη που αγαπώ
να συναντηθώ με τα νιάτα μου,
να αναπολήσω όσα όνειρα έζησαν
Κοιτώ το ρολόι για να μετρήσω
πόσο χρόνο παίρνει η ζωή μου
ώρα 9:55
μουσική εύθυμη ακούγεται
κι εγώ συμπληρώνω τις νότες
με ψίθυρους μελωδικούς
Επιστρέφουν στιγμές που τα βιβλία τα χρησιμοποιούσα
ως μέσο μεταφοράς στα ταξίδια μου
στίγματα που τη ζωή μου σφράγισαν
στίγματα που συνυπέγραψα,
τόσο οικεία μου
Μπορώ να ομολογήσω τώρα
πως η ζωή ήταν γενναιόδωρη μαζί μου
παρ΄ όλες τις ανηφοριές,
βρέθηκα σε σταθμούς που το τοπίο με γοήτευε
και οι άνθρωποι φιλόξενα μου φέρθηκαν
Απολαμβάνω τα χρώματα της άνοιξης
τ΄ αρώματα των λουλουδιών,
τη γεύση της θάλασσας στα χείλη μου
κάθε που η ανάμνηση του έρωτα με κυριεύει
Σύντροφος ακριβός η πένα μου
που αν και σταθερά ένοχη τη βρίσκω
για τη μπλε της μελάνη,
έχει τον τρόπο να ζωγραφίζει
ανάγλυφα κι έγχρωμα θέματα
Ακόμα και τώρα επιθυμώ
το αναπάντεχο δώρημα του καλλιτέχνη
ένα σκίτσο, μια προσωπογραφία μου
να έρθει λέει ο ταχυδρόμος
και να μου φέρει μήνυμα από σένα
πως κάποτε με είδες, με αναγνώρισες
πως με κράτησες μέσα στο νου σου σαν οπτασία,
πως με νοστάλγησες, πως με αγάπησες
να δω θα ήθελα τις γραμμές που χάραξες στο χαρτί
για να με σχηματίσεις,
να νιώσω την ανάγκη σου
να γεμίζει της απουσίας σου το κενό
από τη δική μου παρουσία
Επιθυμώ, ναι
και αυτό είναι η αιτία
που προκαλεί τα εντός μου κύτταρα
να μάχονται για την επόμενη ανάσα
αποζητώ την τρέλα, την ανατροπή
το δέρμα της ψυχής νωπό,
τα μάτια λάμπουν
Η ανάμνηση μένει πίσω
το ρολόι μου δείχνει 10:18
συνεχίζω να κοιτώ μπροστά,
συνεχίζω να ονειρεύομαι σε πείσμα του χρόνου
πως θα σε απαθανατίσω..
αφιερωμένο στη Ρένα
L.N.E
Πυροδοτώ το εύφλεκτο της ύλης σου
αναμιγνύω τη σάρκα σου με τη δική μου
ανάβω το λυχνάρι και ρίχνω ένα κέρμα
ολάκερη η ζωή στο πάτωμα
Τα γράμματα αγροικούν την ώρα τους
αναθυμιάσεις πνεύματος οσμίζομαι
ο έρωτας του εγώ, μια κορώνα στα χέρια σου
μαθήματα δέχομαι συνουσίας με τη γη
η ανατροπή, σε μια κίνηση βαρύτητας κρυμμένη
Στροβιλίζεται στον αέρα το νόμισμα
η πορεία αλλάζει τροχιά
εμφανίζονται φθόγγοι αξίας ευτελούς
Για να στεριώσει το γεφύρι,
ζήτησε αντάλλαγμα
άφησα το κορμί κι έφυγα
τσιμέντο τα όνειρα
πέτρες λαξευμένες διακοσμούν την επιφάνεια
Θα με βρεις απέναντι,
στον αναγραμματισμό της "λέξης",
η γραμμή είναι κάθετη
και ο γρίφος λυμένος..
L.N.E
και μακριές
ν΄ανιχνεύουν γη
να απορροφούν τριγμούς, κραδασμούς θεμελίων
Ο έρωτας παραμονεύει σε κάθε μου αναζήτηση
ένας έρωτας ανέραστος, παρθένος
ραμμένος με χρυσή κλωστή στο στήθος μου
εξαντλημένος αναμένει
συναρμολόγηση αποθεματικών βελών
Κατακόρυφη η αίσθηση
και η επαφή με το είδωλο
υπόθεση ρουτίνας
Κι όμως, από καιρό σε υπνοβασίες αναφέρομαι
σε προσμίξεις ένυδρες
χρωματισμένες με κύματα και λευκά βότσαλα
Καθώς καταδύομαι για πολλοστή φορά στο αίτιο
ανατρέχω σε μνήμες και οράματα
ευχές και άκαμπτα λόγια συναντώ
ανακαλύπτω παραποιημένες συνταγές
φυσικής εξέλιξης
κι ο χάρτης ξεθωριάζει
Ξεσκονίζω το βυθό
για μια στιγμή καθρεφτίζομαι
φως αστραπής και θόρυβος παύσης
Επιστρέφουν τα θρύψαλα και σκιάζουν το σχήμα
βρίσκω το καλούπι
στο πρώτο αγγείο, σπασμένο το στόμιο
ο κρατήρας θυμώνει
κι εγώ μέσα του υπάρχω
Η στάμνα γεμάτη με λάβα που καίει
ετοιμάζεται να εκραγεί
μια ανατάραξη ακόμα και η ουσία θα χυθεί στο πέλαγος
ένας σεισμός στο μήνα του είναι και περιμένει να λευτερωθεί
Πλησιάζω το τέλος
θα εμφανιστώ στην έξοδο της σήραγγας
με το φυλαχτό μου κατάσαρκα
σώμα και αίμα ο σταυρός μου
κι ο άγγελος φύλακας στην άλλη του όψη
Τα μαλλιά μου αρχίζω να λύνω
ένα χτένι ζητώ απ΄τον άνεμο
Ώρα τοκετού, άγνωστη..
L.N.E












































.jpg)








